Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Νικόλαος Πλαστήρας “Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε …τηλέφωνο;(!)”


(Νικόλαος Πλαστήρας, πρωθυπουργός της Ελλάδας με άνεργο αδερφό….)

Η φτώχεια του πρώην πρωθυπουργού Ν. Πλαστήρα, δεν αποτελεί παράδειγμα για τους σημερινούς κηφήνες της πολιτικής! “Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο”, είχε πει, ενώ ο αδελφός του ήταν άνεργος. Μεταφέρουμε μερικά από τα πολλά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άνδρα και τον καθιστούν πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση για παλιότερους αλλά και σημερινούς, δεδομένου ότι, τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι, έμπαιναν πλούσιοι στην πολιτική και έβγαιναν πάμφτωχοι.
Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ – πιστός φίλος του – αναφέρει:
Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα “Πλαστήρας” όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πώς λέγεται: Κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση, ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου». Και δεν πήγε.
Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος -έπασχε από φυματίωση – κι έμενε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι αλλ’ αυτός αρνήθηκε λέγοντας: «Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».
Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε: «Τι κάνω. σκάβω για να καλοτρώγω;».
Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό:
Κάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. «Τι;», απόρησε εκείνος. «Δεν έχει σπίτι ο κύριος πρωθυπουργός Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ό,τι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους!»
Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση: «Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα ρε θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Έσχισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.
Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα του λέει:
- Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.
- Μα θα προσβληθεί.
- Δεν πειράζει. Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!
Το 1952, πρωθυπουργός ακόμη ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα: «Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική. «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ.».
Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω:
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: «Όλα για την Ελλάδα!». Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ – γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά – ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Νικηταράς (1782-1849)

Η Ελληνική κυβέρνηση, επί Όθωνος, τον συνέλαβε το 1839 και τον κατεδίκασε, αν και παντελώς αθώο, σε ενάμιση χρόνο φυλακή, με τη κατηγορία της «προδοσίας».
Μετά από 1,5 χρόνο τον ελευθέρωσαν και κατήντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά.
Η αρμοδία αρχή η οποία χορηγούσε πόστα είχε ορίσει μια ορισμένη μέρα στον ήρωα επαίτη μια θέση μια μέρα της εβδομάδος κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελιστ
ρίας και του επέτρεπε (!) να επαιτεί κάθε Παρασκευή! Αυτή ήταν η ανταμοιβή του.
Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβεως της Μεγάλης Δυνάμεως ( Ρωσίας), αυτός εστάλη υπό της Ρωσικής κυβερνήσεως του, στο πόστο όπου επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός.
Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
"Τι κάνετε στρατηγέ μου;" ρώτησε ο ξένος
"Απολαμβάνω ελευθέρα πατρίδα" απήντησε υπερήφανα ο ήρωας.
"Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στον δρόμο;" επέμενε ο ξένος.
"Η πατρίς μού έχει χορηγήσει σύνταξιν για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος" απήντησε υπερήφανα ο Νικηταράς.
Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.
Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο:" Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!!!"
Στις 25 (ή 27) Σεπτεμβρίου του 1849, ο γενναιότερος των γενναίων, πεθαίνει ξεχασμένος, τυφλός και πάμφτωχος.
Αυτή ήταν η ελληνική υπερηφάνεια που έκανε την Ελλάδα ελεύθερη.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Είσαι σωστός Ελληνάρας όταν:

1. Ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ τα τελευταία 35 χρόνια και στο σύνταγμα είσαι αγανακτισμένος κατά της ''χούντας'' που κυβερνά την χώρα.
2. Δηλώνεις 3 χιλιάρικα το χρόνο και βλαστημάς το κράτος σε κάθε λακκούβα που πέφτει η Ferrari που μόλις αγόρασες.
3. Ποστάρεις στο facebook το σχόλιο ''Γ@μ@@@ τις τράπεζες και τη νέα τάξη'' και αμέσως μετά αγοράζεις το ολοκαίνουριο i-phone με την πιστωτική σου από το ebay.
4. Θέλεις τους πολιτικούς τίμιους και καθαρούς με μόνη εξαίρεση τα ρουσφέτια που θα κάνουν για σένα και τους δικούς σου.
5. Έχωσες εαυτούς και αλλήλους στο δημόσιο απ' τα παράθυρα και ακούς έκπληκτος την προδοτική τρόικα να ζητά απολύσεις.
6. Ποστάρεις συνεχώς στο twitter: ''ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΝΑΠΕΔΕΣ ΣΑΣ!!'' από τον καναπέ του σπιτιού σου.
7. Διαδηλώνεις υπέρ του δικαιώματος των λαθρομεταναστών να είναι στοιβαγμένοι σε μια τρώγλη και να πεθαίνουν από μεταδοτικές ασθένειες.
8. Συνταξιοδοτείσαι στα 40 και σπας το κεφάλι σου να καταλάβεις γιατί κόβουν τις συντάξεις.
9. Στη μόνιμη κοπάνα σου από το δημόσιο, πίνοντας καφεδάκι με συναδέλφους, αναρωτιέσαι συνέχεια ''τι κάνει το κράτος''.
10. Πολεμάς τον φασισμό δέρνοντας με καδρόνια και πέτρες.
http://himaira.blogspot.com