Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008


ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ της Δώρας Μόσχου

Το ζήτημα με το οποίο επιχειρούμε να καταπιαστούμε στο παρόν άρθρο είναι αρκετά ευρύ και πολυσυζητημένο, ιδιαίτερα στις μέρες μας, μέσα από μια πλούσια φιλολογία -και παραφιλολογία- που αναπτύσσεται, με αφορμή κυρίως τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία των αστυνομικών ταυτοτήτων. Η άποψη της εκκλησίας πάνω σε αυτό είναι σαφής: η ορθοδοξία ως δόγμα αλλά και ως δομημένη εκκλησία αποτέλεσε την κιβωτό των παραδόσεων του «γένους» (η ορολογία δεν είναι οπωσδήποτε δική μας) και συντέλεσε τα μέγιστα στη διάσωση της γλώσσας, της πνευματικής ζωής, της συνείδησης, σε τελευταία ανάλυση, του Ελληνα. Από μια άλλη πλευρά, μια διαφορετική άποψη θεωρεί ότι το ελληνικό έθνος είναι κυρίως απότοκο της πνευματικής κίνησης του Διαφωτισμού.
Φοβόμαστε ότι, όπως σε πολλές ανάλογες διαμάχες με ιστορικό υπόβαθρο, αλλά με αντανάκλαση σε σημερινά προβλήματα και σύγχρονες πραγματικότητες,(1) δε λαμβάνονται υπ’ όψη δύο σοβαροί παράγοντες: ο πρώτος είναι το γεγονός ότι η θρησκεία αποτελεί στοιχείο του εποικοδομήματος και ότι ως τέτιο μπορεί βεβαίως να επιδράσει στη διαμόρφωση της βάσης μιας κοινωνίας, αλλά κυρίως εδράζεται σε αυτήν και κατά μείζονα λόγο ρυθμίζεται από αυτήν. Ο δεύτερος είναι το ότι η θρησκεία και τα κοσμικά της μορφώματα (εκκλησίες και ιερατεία) συνιστά ένα φαινόμενο που, όπως εξ άλλου και όλες οι εκδηλώσεις της κοινωνικής συνείδησης, χαρακτηρίζεται από ιστορικότητα: ο ρόλος, η λειτουργία της, η επίδρασή της μεταβάλλεται ανάλογα με τις εποχές και τις ιστορικές αναγκαιότητες.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα επιχειρήσουμε μια προσέγγιση του ρόλου της ορθοδοξίας και της εκκλησίας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης, εντάσσοντας τις εκάστοτε λειτουργίες της μέσα στα πλαίσια των ιστορικών εποχών στις οποίες έδρασε.
Ενα πρώτο, μεθοδολογικό πρόβλημα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουμε σε μια τέτια προσέγγιση, είναι η χρονολογική - ιστορική αφετηρία από την οποία θα πρέπει να ξεκινήσουμε. Η ορθόδοξη εκκλησία είναι σαφέστατα - και πολύ - παλιότερη από το ελληνικό έθνος. Το ορθόδοξο δόγμα και η ορθόδοξη εκκλησία υπήρξε ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία του εποικοδομήματος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οχι μόνο υπήρξε η κυρίαρχη - έως απόλυτα κυρίαρχη - μορφή κοινωνικής συνείδησης, αλλά και επηρέασε βαθύτατα κάθε μορφή τέχνης και πολιτισμού, διατηρώντας παράλληλα μια ιδιότυπη σχέση με την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας, σαφώς διαφορετική από εκείνη που διατηρούσε η παπική έδρα με τις κοσμικές εξουσίες στη δύση. Ομως, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν είναι κοιτίδα ούτε και κιβωτός του ελληνικού έθνους. Ο βυζαντινός υπήκοος είναι «Ρωμαίος», απόγονος και νόμιμος κληρονόμος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Χρειάστηκαν άλλες διαδικασίες ώστε ο όρος «Ρωμαίος» («Ρωμιός» στη λαϊκή νεοελληνική συνείδηση) να μεταλλαχτεί σε Γραικό ή Έλληνα. Αυτές οι διαδικασίες είναι κυριότατα οικονομικές (διαμόρφωση αστικής τάξης) και συντελέστηκαν σε συνθήκες κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου από αλλόδοξες ή αλλόθρησκες δυνάμεις. Αυτό το τελευταίο στοιχείο μας οδηγεί στο να ορίσουμε ως αφετηρία της αναφοράς μας το σωτήριο έτος 1204, όταν η Κωνσταντινούπολη -και πολύ μεγάλο μέρος του βυζαντινού χώρου- κατελήφθη από τους Φράγκους της Γ΄ Σταυροφορίας.
Δεν μπορούμε ωστόσο να μην κάνουμε και μια αναφορά στα πριν, στο Βυζάντιο. Δε μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η δογματική πλευρά της Ορθοδοξίας. Μας ενδιαφέρει εδώ κυρίως το ότι συστατικό στοιχείο της φιλολογίας της υπήρξε η διαρκής αντιπαράθεσή της με τη δυτική χριστιανοσύνη, μια αντιπαράθεση που γνώρισε οξύτατες στιγμές με τα δύο σχίσματα και που ολοκληρώθηκε με το δεύτερο, στα 1054, επί Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου, όταν οι δύο ποντίφηκες, ο ανατολικός και ο δυτικός, αφόρισαν ο ένας τον άλλο. Τα βαθύτερα και ουσιαστικότερα αίτια του σχίσματος δεν ήταν οπωσδήποτε το «filioque».(2) Ας κάνουμε μια προσπάθεια να κωδικοποιήσουμε τα αίτια αυτά:
Το ζήτημα των πρωτείων του Πάπα σε σχέση με τους υπόλοιπους χριστιανούς πατριάρχες έχει μία σπουδαιότητα, με τη σειρά του όμως και αυτό, υποκρύπτει σοβαρότερες πλευρές του ζητήματος. Πρόκειται, στην ουσία, για μια από τις εκδηλώσεις της σύγκρουσης ανάμεσα στο βυζαντινό και στο φραγκικό - λατινικό κόσμο (για να αρχίσουμε επί τέλους να αποφεύγουμε τους όρους «ανατολικός» και «δυτικός») σε σχέση με το ποιος είναι ο γνήσιος κληρονόμος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας - ποιος είναι, σε τελική ανάλυση, ο κυρίαρχος του τότε γνωστού κόσμου.
Την εποχή κατά την οποία συντελείται το οριστικό σχίσμα των εκκλησιών, στο μεν Βυζάντιο ολοκληρώνονται οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής, ενώ στο φραγκικό - λατινικό κόσμο υπάρχουν ήδη τα πρώτα φανερώματα αστικής ανάπτυξης, στις ιταλικές πόλεις του βορρά, οι οποίες απολαμβάνουν σοβαρά εμπορικά προνόμια στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, κυρίως στην ίδια την Κωνσταντινούπολη.(3) Είναι το προανάκρουσμα εκείνης της πλευράς της σύγκρουσης ανάμεσα στους δύο χώρους που θα κορυφωθεί με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, το 1204.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το πρώτο συγκροτησιακό - συνειδησιακό στοιχείο του χώρου που προβάλλεται και τονίζεται από την ορθόδοξη εκκλησία είναι εκείνο της αντίληψης της διαφοράς από το φραγκικό - λατινικό κόσμο. Αν και άλλα, όπως είδαμε πριν, ήσαν τα αίτια της διαφοροποίησης αυτής, ωστόσο δεν πρέπει να αφαιρούμεθα από το γεγονός ότι στον όψιμο Μεσαίωνα οι πολιτικές έριδες εύρισκαν την έκφρασή τους μέσα από τη θεολογία, την πίστη και τις αιρέσεις. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε το εξής: έχει ενδιαφέρον να δει κανείς το πώς ένας πολιτισμός αντιλαμβάνεται και εκφράζει ο ίδιος τον εαυτό του και πώς τον αντιλαμβάνεται και εκφράζεται γι’ αυτόν ο περίγυρός του. Την ίδια αυτή εποχή, που ο βυζαντινός ονομάζει τον εαυτό του «Ρωμαίο» και που ο όρος «Ελληνας» είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, απαξιωτικός (με σαφείς τις «ευθύνες» για τούτο της ορθόδοξης εκκλησίας), ο φραγκικός - λατινικός κόσμος αποκαλεί τους βυζαντινούς «Ελληνες», τόσο σε επίπεδο κρατικών και διπλωματικών εγγράφων, όσο και σε επίπεδο λαϊκής κουλτούρας. «Πάμε για να συντρίψουμε τους Ελληνες (i grechi) και τους Μαύρους» (Σαρακηνούς), λέει το μεσαιωνικό λαϊκό βενετσιάνικο τραγούδι.
Με την άλωση -και την πολύ σκληρή λεηλασία- της Κωνσταντινούπολης, το 1204, η ορθόδοξη εκκλησία είχε σοβαρούς λόγους να θριαμβολογήσει: ήταν πολύ εύκολο να θεωρηθεί υπεύθυνος, στη συνείδηση των βυζαντινών, ο Πάπας για τις φραγκικές αγριότητες (αν και ο πραγματικός υποκινητής της κατάληψης και της λεηλασίας ήταν οι Βενετοί). Το γεγονός ότι στις φραγκικές - λατινικές ηγεμονίες που ιδρύθηκαν στα βυζαντινά εδάφη, οι κατακτητές, με την εφαρμογή των «Ασσιζών της Ρωμανίας»(4) επιτάχυναν δραστικά την πλήρη φεουδαρχοποίηση του βυζαντινού χώρου, το ότι εγκατέστησαν Λατίνο πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη και έδωσαν προνόμια στο λατινικό κλήρο δημιούργησε ένα ευρύ λαϊκό έρεισμα για την ορθόδοξη εκκλησία που εμφανιζόταν ως ο νόμιμος καθοδηγητής των αντιφραγκικών κινημάτων. Με την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης όμως από το βυζαντινής προέλευσης μόρφωμα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας (1261), την ανασύσταση της αυτοκρατορίας και την εμφάνιση και ενδυνάμωση του οθωμανικού κινδύνου, αλλάζουν, μεταξύ άλλων, και οι ισορροπίες ανάμεσα στις δύο εκκλησίες. Ας σταθούμε κάπως αναλυτικότερα στο ζήτημα.
Είναι η εποχή κατά την οποία εμφανίζεται η βαθιά διαμάχη που ξέσπασε στους κόλπους της ορθόδοξης εκκλησίας ανάμεσα σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς». Η διαμάχη αυτή σχετίζεται με τη διαδικασία ένωσης των δύο εκκλησιών και στην οποία εμπλέκεται η κοσμική βυζαντινή εξουσία, αποσκοπώντας σε δύο πράγματα: το ένα είναι η διαφύλαξη των νώτων της από πιθανές λατινικές βλέψεις εναντίον της (εννοούμε κοσμικές, όχι εκκλησιαστικές) και το άλλο είναι η εξεύρεση συμμάχων, από τους κόλπους της δυτικής χριστιανοσύνης, ώστε να αποκόψει τη ραγδαία εξάπλωση των Οθωμανών. Δύο είναι οι σημαντικότεροι σταθμοί στην προσπάθεια ένωσης των εκκλησιών: η Σύνοδος της Λυών, το 1247 (πριν ακόμα από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης) και η περίφημη Σύνοδος της Φερράρας - Φλωρεντίας, το 1438 με 1439, λίγο πριν από τη δεύτερη άλωση.
Και οι δύο σύνοδοι έληξαν με περιφανή νίκη του καθολικισμού. Και οι δύο Σύνοδοι, παρά τη στήριξη της κοσμικής εξουσίας, αντιμετωπίστηκαν με καταφανή δυσανεξία από τον κλήρο και το λαό. Βιώθηκαν ως υποχώρηση των «Ρωμαίων» απέναντι στους σφετεριστές της πολιτικής και πολιτισμικής παράδοσης της ενιαίας αυτοκρατορίας, όπως αντιλαμβανόταν ο βυζαντινός άνθρωπος το φραγκικό - λατινικό κόσμο. Με τη διαμάχη ανάμεσα σε ενωτικούς και ανθενωτικούς βαθαίνει η διάκριση ανάμεσα στον κάτοικο του βυζαντινού χώρου (εμφανώς πια περιορισμένου στον κορμό της Ελλάδας και στη Μικρά Ασία) και το δυτικό (Φράγκο, Λατίνο, Ιταλό) χριστιανό. Ομως, όπως είπαμε και πριν, αυτή η διάκριση έχει βαθύτερα αίτια που σχετίζονται με τους διαφορετικούς ρυθμούς μετάβασης των δύο χώρων στο επόμενο κοινωνικό σύστημα και τις αναπόφευκτες αντιπαλότητες που δημιουργούσε η συνύπαρξη κοινοτήτων - φορέων των δύο συστημάτων, πολλές φορές στον ίδιο χώρο, αν και με διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικούς λόγους.(5)
Ωστόσο, το Ισλάμ, με το νέο κρατικό σχηματισμό που κυρίως το εξέφραζε, τους Οθωμανούς Τούρκους, δε φαινόταν το ίδιο απειλητικό, στο μέσο βυζαντινό άνθρωπο. Για να δώσουμε, τέλος, μια κάπως πληρέστερη εικόνα της πνευματικής ζωής της εποχής, θα πρέπει να συμπληρώσουμε τούτο: για πρώτη φορά, μετά από αιώνες, από διανοούμενους ελληνόφωνους, ορθόδοξους και κατοίκους του ελλαδικού χώρου, επαναδιατυπώνεται και όχι πια απαξιωτικά, η προσφώνηση «Ελληνας». Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι ο Γεώργιος Γεμιστός, αυτοαποκαλούμενος «Πλήθων». Με σχετική βεβαιότητα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η ανάσυρση στοιχείων που παραπέμπουν στην κλασική αρχαιότητα του χώρου δεν είναι άσχετη από μια σύντομη «Αναγέννηση» που βίωσε η αυτοκρατορία στην περίοδο των Παλαιολόγων, μια «Αναγέννηση» που οι οικονομικοί της όροι είναι ανάλογοι με εκείνους της Δύσης (πρώιμη άνθιση της αστικής τάξης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται). Αυτή η τάση δεν έχει καθόλου καλές σχέσεις με τη μονίμως στραμμένη στο ρωμαιοβυζαντινό παρελθόν ορθόδοξη εκκλησία, της οποίας οι δομές και η φιλοσοφία εξακολουθούν να ανταποκρίνονται σε μια κοινωνία με φεουδαρχική βάση.
Τη λύση στη διαμάχη ανάμεσα σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς» δίνει ο ...Αλλάχ. Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, ο Μεχμέτ Β΄ εγκαθιστά στον Πατριαρχικό θρόνο το φανατικό ανθενωτικό Γεώργιο Σχολάριο, που έγινε γνωστός ως Πατριάρχης Γεννάδιος. Από δω και πέρα, αρχίζει η πραγματική ιστορία του ζητήματος.
Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ
Η περίοδος από το 1453 έως και 1821 είναι η εποχή μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ελληνικό έθνος και, ως εκ τούτου, καθόλου ανάξια λόγου. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το έθνος είναι ιστορική κατηγορία της εποχής του καπιταλισμού και ότι υπάρχουν τέσσερις προϋποθέσεις για τη συγκρότησή του: ο ενιαίος γεωγραφικός χώρος στον οποίο ζει μια ανθρώπινη κοινότητα, η ενιαία οικονομική ζωή, η ενιαία γλώσσα και η ενιαία συνείδηση. Οι ξενικές κυριαρχίες στον ελλαδικό χώρο συνετέλεσαν, με έναν ιδιόμορφο τρόπο που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε, στη διαμόρφωση αυτών των παραγόντων. Μέσα στις συνθήκες αυτές, η ορθόδοξη εκκλησία επιδρά στη διαμόρφωση της συνείδησης, με τρόπο διαφορετικό στις οθωμανοκρατούμενες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.
Ο οθωμανικός κόσμος μπορεί να παρασταθεί με μία πυραμίδα, διαιρεμένη κατά τρόπο οριζόντιο και κάθετο. Η οριζόντια διάκριση είναι η σαφής και πάγια διαίρεση των κοινωνιών σε τάξεις και δε μας αφορά εδώ. Η κάθετη διαίρεση σχετίζεται με τη διαίρεση της αυτοκρατορίας σε «έθνη» (millet), όπου ο όρος δεν έχει καθόλου τη σημερινή του έννοια. Ως «έθνος» οι Οθωμανοί εννοούσαν την ευρεία θρησκευτική κοινότητα και αναγνώριζαν επισήμως τρεις τέτοιες: τη μουσουλμανική, την εβραϊκή και τη χριστιανική που, εκ των πραγμάτων του γεωγραφικού χώρου, ήταν ταυτόχρονα και ορθόδοξη. Το Ισλάμ υπήρξε γενικά ανεκτικό απέναντι στις «θρησκείες της βίβλου» και ακόμα περισσότερο ανεκτική από την αραβική εκδοχή του υπήρξε η οθωμανική. Η διαίρεση λοιπόν της αυτοκρατορίας σε τρία έθνη θεσμοθετήθηκε και επικεφαλής κάθε έθνους (millet basi) ορίστηκε ο αντίστοιχος θρησκευτικός ηγέτης. Στην περίπτωση, δηλαδή, των ορθοδόξων, ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης. Ο αρχηγός του «έθνους» θεωρούνταν υψηλόβαθμος αξιωματούχος της αυτοκρατορίας και έφερε τον τίτλο του πασά με τις τρεις ουρές αλόγων στη σημαία του.
Στην ορθόδοξη εκκλησία απονεμήθηκε από τους Οθωμανούς μια ευρεία δικαιοδοσία, όχι μόνο αντιπροσώπευσης, αλλά και διοίκησης, σε επί μέρους ζητήματα (π.χ. οικογενειακό δίκαιο) πάνω στους ορθόδοξους χριστιανούς υπηκόους τους. Δεδομένου ότι, στα χρόνια του Βυζαντίου, ο κλήρος είχε περιορισμένη πολιτική εξουσία και ο πατριάρχης εξαρτιόνταν πολιτικά από τον αυτοκράτορα, η ορθόδοξη εκκλησία άρχισε για πρώτη φορά να παίζει τόσο ουσιαστικό πολιτικό ρόλο αλλά και, στην ουσία, να ασκεί εξουσία πάνω στους ελληννόφωνους - ορθόδοξους πληθυσμούς. Ετσι, πέρα από τα διαφοροποιητικά στοιχεία αυτών που αντιπροσωπεύει σε σχέση με το περίγυρο (λατινικό ή οθωμανικό) λειτουργεί πλέον και σαν στοιχείο συγκρότησης μιας κοινότητας, με την έννοια ότι αποτελεί το διάμεσό της με τη διοίκηση και το φορέα που η ίδια η κοινότητα αντιλαμβάνεται πιο άμεσα ως φορέα εξουσίας.
Εξ άλλου, από τη βυζαντινή ακόμη εποχή, η ορθόδοξη εκκλησία έπαιζε και οικονομικό ρόλο, που συνίστατο στο ότι η ίδια (κυρίως μέσω των μονών) είχε εκτεταμένους κλήρους στην κατοχή της και λειτουργούσε, επί της ουσίας, σαν φεουδάρχης. Αυτή της η λειτουργία συνεχίστηκε και μέσα στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεδομένου ότι τα θρησκευτικά - εκκλησιαστικά κτήματα (βακούφια) τελούσαν υπό ειδικό καθεστώς και δε θεωρούνταν ψιλή κυριότητα του οθωμανικού κράτους.
Μέσα στο ορθόδοξο «μιλλέτ» όμως, εκτός από τους ελληνόγλωσσσους πληθυσμούς, συμπεριλαμβάνονταν ακόμη και σλάβοι, Βούλγαροι, Αρβανίτες, Αρμένιοι κ.ά.. Οι άλλοι λοιπόν παράγοντες που συντελούν στη διαμόρφωση του έθνους είναι εκείνοι οι οποίοι ενεργοποιούνται κατ’ εξοχήν και οδηγούν στην οριστική διαφοροποίηση και το σχηματισμό του νέου ελληνισμού. Κυρίως, οι οικονομικές δραστηριότητες, με αιχμή στην ανάπτυξη του εμπορίου και, κατά δεύτερο λόγο, της βιοτεχνίας. Υπάρχουν ωστόσο και άλλα, σοβαρά στοιχεία του εποικοδομήματος που βοηθούν στο σχηματισμό του ελληνικού έθνους. Κυρίαρχο ανάμεσά τους είναι οπωσδήποτε η γλώσσα, μια γλώσσα της οποίας οι ρίζες ανάγονται στη βαθιά αρχαιότητα και η οποία υπήρξε γλωσσική αντανάκλαση του πλουσιότερου και αρτιότερου πολιτισμού που ανέδειξε ο δουλοκτητικός κόσμος. Εδώ, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η ορθόδοξη εκκλησία στάθηκε, κατά το μάλλον ή ήττον, εχθρικά απέναντι στη ζωντανή εξέλιξη αυτής της γλώσσας, τη λαϊκή νέα ελληνική γλώσσα. Η επίσημη γλώσσα της εκκλησίας, όπως εξ άλλου και σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ήταν αττικίζουσα.
Σ’ αυτό το σημείο, ανοίγουν δύο σημαντικά ζητήματα: το ένα έχει να κάνει με τη στάση της ορθόδοξης εκκλησίας απέναντι στους Οθωμανούς και το δεύτερο με τη στάση της ορθόδοξης εκκλησίας απέναντι στην παιδεία. Δεν είναι μάλιστα αυτά τα δύο ζητήματα άσχετα μεταξύ τους. Θα πρέπει να πούμε από την αρχή ότι η ορθόδοξη εκκλησία αποδέχτηκε καθ’ ολοκληρίαν την προστασία και τις διοικητικές εξουσίες που της είχαν απονεμηθεί από την Υψηλή Πύλη. Το γεγονός αυτό, τουλάχιστον για τους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν εμπεριέχει καμία ιδιαίτερη ηθική μομφή. Ηταν ακόμη «φυσικό», σε σχέση με τα δεδομένα και τα αιτήματα της εποχής. Ο βασικός ρόλος της ορθόδοξης εκκλησίας - όπως τουλάχιστον η ίδια τον αντιλαμβανόταν - διασφαλιζόταν απόλυτα και αυτός δεν ήταν άλλος από τη διαφύλαξη της ορθής πίστης και της σωτηρίας του ποιμνίου της, ενώ επίσης διασφαλίζονταν και τα υλικά της αγαθά. Ακόμη και η εκκλησιαστική φιλολογία των πρώτων αυτών αιώνων, δεν έχει την τάση να αντιπαρατίθεται θεολογικά στο Ισλάμ. Η εκκλησία βέβαια αντιτάχθηκε, όπως ήταν φυσικό, στους - κάποτε - μαζικούς εξισλαμισμούς που, όμως, δεν ήταν πάντοτε αναγκαστικοί.(6) Η εκκλησία συνεχίζει επίσης αδιαλείπτως τη σκληρή πολεμική της εναντίον των «κακοδόξων» καθολικών, μια πολεμική που επιτείνεται, ορισμένες φορές, από την πολιτική των επικυρίαρχων απέναντι στον ορθόδοξο κλήρο στις βενετοκρατούμενες ελληνικές χώρες. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε ο Πατριάρχης Μάξιμος ο Γ΄, στα 1483, στο δόγη της Βενετίας, για να παραπονεθεί για την κατάσταση του ορθόδοξου κλήρου στις βενετοκρατούμενες χώρες: «πάσχομεν υπό των Τούρκων συγχωρήσει θεού δια τας αμαρτίας ημών, πλην έχομεν πάσαν ελευθερίαν, ώστε ...πάντα πράττειν ακωλύτως τα εκκλησιαστικά και εν μέσω τω τόπω των ασεβών»(7).
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, διαφαίνεται και μια προσπάθεια συνεννόησης και συνδιαλλαγής με τους διαμαρτυρόμενους, η οποία ξεκίνησε με τις προσπάθειες του περίφημου Γερμανού θεολόγου και ελληνιστή Φιλίππου Μελάγχθωνα (Philipp Schwarzerd, 1497-1560), ο οποίος απέστειλε στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Ιερεμία Β΄ επιστολή στα ελληνικά και μια ελληνική μετάφραση της «Αυγουστιαίας Ομολογίας».(8) Τον επόμενο αιώνα (16ο) έγινε μια δεύτερη προσπάθεια συνεννόησης των δύο εκκλησιών, επί Πατριαρχίας Ιερεμία Β΄ του Τρανού, η οποία όμως κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Τα αίτια, πέρα από τα δογματικά ζητήματα, τα οποία δεν αντέχουν σε επιστημονική ανάλυση, βρίσκονταν πέρα από τις προθέσεις των δύο εκκλησιών. Το μόνο κοινό που είχαν ήταν ο αντικαθολικισμός τους. Από την άλλη, ενώ ο προτεσταντισμός ήταν σαφώς το δόγμα της πρωταρχικής συσσώρευσης και ανταποκρινόταν στις ανάγκες της ανερχόμενης αστικής τάξης, η ορθοδοξία ήταν ένα δόγμα προσκολλημένο σε μεσαιωνικά σχήματα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο προτεσταντισμός ήταν πιο ανεκτικός ή πιο φιλάνθρωπος. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που βεβαιώνουν για το αντίθετο).(9)
Η ορθόδοξη εκκλησία, τους πρώτους τουλάχιστον αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, δεν ήταν αμέτοχη της παιδείας. Μιλάμε βέβαια για τον ανώτατο κλήρο. Όμως, πριν αναφερθούμε στις σχέσεις της με τις επιστήμες και τα γράμματα, καλό θα ήταν να αναφερθούμε σε ένα μύθο, από τους πιο διαδομένους της ελληνικής ιστοριογραφίας, που διαμορφώθηκε μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και που συντέλεσε στο να περιβληθεί η ορθοδοξία την αίγλη της «εθνεγερτικής» δύναμης. Αναφερόμαστε βεβαίως στο μύθο περί «Κρυφού Σχολειού». Είναι γνωστή σε όλους η εικόνα του καλόγερου που, μέσα στο σκοτάδι, διδάσκει γραφή και ανάγνωση στους μαθητές που έρχονται κρυφά στο κελί του, νύχτα και με τη βοήθεια του ...φεγγαρακίου του γνωστού τραγουδιού. Καμία ιστορική τεκμηρίωση δεν υπάρχει για τούτη τη διαδικασία. Και δεν είναι μόνο η έλλειψη πηγών και κειμένων που συντελεί στη διάλυση αυτού του μύθου, αλλά και η ίδια η κοινή λογική που απορρέει από τη γνώση άλλων ιστορικών πραγματικοτήτων. Η Οθωμανική αυτοκρατορία οπωσδήποτε δε μεριμνούσε για την παροχή μαζικής μόρφωσης στους υπηκόους της, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Ομως, οργανωμένο σύστημα λαϊκής παιδείας δεν υπήρχε σε καμία φεουδαρχική χώρα. Επί πλέον, οι διοικητικοί αξιωματούχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (στους οποίους ανήκε και ο ανώτατος ορθόδοξος κλήρος, καθώς και πολλά άλλα πρόσωπα «έλληνες το γένος») όφειλε να γνωρίζει κάτι περισσότερο (ίσως πολύ περισσότερο) από γραφή και ανάγνωση. Μεταξύ άλλων και αυτό το σκοπό επιτελούσε η «Μεγάλη του Γένους Σχολή» στην Κωνσταντινούπολη, η οποία λειτουργούσε ανοιχτά και υπό την πλήρη προστασία της Υψηλής Πύλης. Ακόμη, η ύπαρξη πολλών λογίων πατριαρχών και άλλων μορφωμένων ελλήνων, που ασκούσαν πολύ υψηλά διοικητικά αξιώματα, φανερώνει ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι πιο εγγράμματοι ήσαν, κατά το μάλλον ή ήττον, οι Ελληνες.
Αυτά όσον αφορά τους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας. Το 18ο όμως πια αιώνα, συντελούνται ριζικές μεταβολές στην ίδια την ταξική θέση και διαστρωμάτωση των υποδούλων. Τότε, σχηματίζεται η αστική τάξη, η οποία αναζητά τις ρίζες του «γένους» στο παρελθόν, ανακαλύπτει την ελληνική αρχαιότητα και διαμορφώνει ελληνική εθνική συνείδηση. Ενα από τα σημαντικότερα φανερώματα της αστικής ανάπτυξης, είναι και η αγάπη για τη γνώση και την παιδεία. Μέσα στο 18ο αιώνα, στις πόλεις του ελλαδικού χώρου, όπου τουλάχιστον υπάρχουν σοβαρά συμπτώματα αστικής ανάπτυξης (π.χ. Γιάννενα) ιδρύονται συνολικά 400 σχολεία, καθόλου κρυφά, εντελώς φανερά και ανθούντα.(10)
Η συμβολή λοιπόν της εκκλησίας στην υπόθεση της παιδείας των υποδούλων δεν υπήρξε οπωσδήποτε ασήμαντη, βρίσκεται όμως πολύ μακριά από τις μυθοπλασίες της παραδοσιακής ιστοριογραφίας. Αφορά κυρίως τους πρώτους αιώνες της κατάκτησης και σχετίζεται με την εκπαίδευση ανώτατων κληρικών και διοικητικών αξιωματούχων, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στην άσκηση των καθηκόντων τους. Πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι, μέχρι τουλάχιστον το 18ο αιώνα, οι μορφωμένοι κληρικοί δεν περιφρονούν τις επιστημονικές ανακαλύψεις της «δυτικής» επιστήμης και προάγουν τόσο τις θετικές όσο και τις πολιτικές επιστήμες.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΙΣ ΛΑΤΙΝΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ
Το είπαμε και προηγουμένως: η ορθοδοξία θεωρούσε αντίπαλό της περισσότερο τη δυτική εκκλησία και λιγότερο το Ισλάμ. Βέβαια, από το 15ο αιώνα και μετά, η αντιπαλότητα αυτή αντανακλά παρωχημένα κοινωνικά και ιστορικά σχήματα. Στην ίδια τη Δυτική Ευρώπη, το κλασικό μεσαιωνικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο ο Πάπας είναι ο επί γης εκπρόσωπος του ανώτατου φεουδάρχη θεού, κλονίζεται, καθώς η διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης βρίσκει την ιδεολογική - δογματική της έκφραση στο νεοπαγές δόγμα που διατύπωσε ο Λούθηρος και την πολιτική στη διαμόρφωση του έθνους - κράτους. Στην Ανατολή, όπου οποιαδήποτε προσπάθεια αστικής ανάπτυξης ανακόπτεται κατ’ αρχήν εξ αιτίας της οθωμανικής κατάκτησης, η ορθόδοξη εκκλησία μένει προσκολλημένη στο φεουδαρχικό υπόβαθρο του βυζαντινού παρελθόντος και του οθωμανικού παρόντος. Εδώ όμως υπεισέρχεται ένας εξωγενής παράγων: η κατοχή σημαντικού μέρους του ελλαδικού χώρου, με κατ’ εξοχήν ελληνόγλωσσους και ορθόδοξους πληθυσμούς, από «δυτικές», λατινικές και φραγκικές δυνάμεις, κυρίως από Βενετία (Κρήτη, Πελοπόννησος, Κυκλάδες, Ιόνια νησιά) και από τη Γένοβα (Χίος, Μυτιλήνη). Υπάρχει και η ιδιάζουσα περίπτωση της Ρόδου, η οποία ανήκει στους μοναστικό - πολεμικό τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. Καθώς όμως το μεγαλύτερο μέρος του λατινοκρατούμενου ελλαδικού χώρου ανήκει στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, θα ασχοληθούμε κυρίως με τη δική της εκκλησιαστική πολιτική.
Η πολιτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας απέναντι στους ελληνορθόδοξους υπηκόους της καθορίζεται κατ’ εξοχήν από την πολιτική της απέναντι στη Ρώμη και τον Πάπα. Η Βενετία, «μόνη ιταλική πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε σαν Ελληνίδα», επιχείρησε από πολύ νωρίς μια σχετική εκκλησιαστική ανεξαρτησία από την Αγία Εδρα, θεωρώντας ότι έτσι μπορούσε πολύ πιο άνετα να θεμελιώσει την εμπορική κυριαρχία της στη Μεσόγειο. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διαφοροποίησης εντάσσεται και η αρπαγή από την Αλεξάνδρεια ενός σώματος το οποίο βαπτίσθηκε «σκήνωμα του Αγίου Μάρκου», μεταφέρθηκε στη Βενετία και έγινε ο πολιούχος Αγιος της πόλης, προς τιμήν του οποίου κτίσθηκε και η περίφημη Βασιλική (εμπνευσμένη αρχιτεκτονικά από το Βυζάντιο). Δεν είναι επίσης τυχαίο το γεγονός ότι ο καθολικός επίσκοπος της Βενετίας φέρει ακόμα και σήμερα τον τίτλο του Πατριάρχη (Patriarca) και ότι αυτή η περίπτωση είναι η μοναδική που ο τίτλος αυτός συναντάται στην καθολική εκκλησία. Η Βενετία δε θέλει, στις περιοχές που κατέχει, να δυσαρεστήσει το «δικό της» καθολικό κλήρο ούτε να έρθει σε πλήρη ρήξη με την Αγία Εδρα. Δε θέλει όμως από την άλλη να δημιουργήσει ερείσματα που θα διευκολύνουν την καθολική προπαγάνδα, με την έννοια ότι θα δημιουργούνταν ταυτόχρονα ερείσματα για την ανάπτυξη της παπικής πολιτικής. Δεδομένου δε ότι εθνικό αίσθημα δεν υπάρχει τα χρόνια για τα οποία μιλάμε, η εκκλησιαστική πολιτική της Γαληνοτάτης ήταν μια πολιτική εξισορρόπησης πιθανών αντιθέσεων που θα μπορούσαν να οξυνθούν και να οδηγήσουν σε εξεγέρσεις.
Βεβαίως, ο καθολικός κλήρος ευνοήθηκε παντού και σε αυτόν αποδόθηκε η κτηματική περιουσία του ορθόδοξου. Η καθολική εκκλησία, σε πολλές περιπτώσεις , υπήρξε η ίδια φεουδάρχης, όχι όμως περισσότερο ή λιγότερο αντιπαθητικός από τους κοσμικούς χωροδεσπότες. Στην περίπτωση μάλιστα των Ιονίων νήσων, από το 16ο αιώνα και μετά, αρχίζει η αντίστροφη διαδικασία και τα κτήματα της καθολικής εκκλησίας επιστρέφονται στον ορθόδοξο κλήρο, ενώ υπάρχουν πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ορθόδοξες εκκλησίες ή μοναστήρια που βρίσκονται μέσα σε φέουδα καθολικής ιδιοκτησίας θεωρούνται προστατευόμενα από τον ίδιο το φεουδάρχη (jus patronato).
Περιπτώσεις διώξεων ιερέων δεν υπάρχουν ιδιαίτερα τρανταχτές, εκτός ίσως από την Κρήτη, επειδή αρκετοί ορθόδοξοι ιερείς συμμετείχαν στις αντιβενετικές εξεγέρσεις του Σήφη Βλαστού και του Καντανολέου (15ος και 16ος αιώνας αντίστοιχα).
Λατρευτικές εκδηλώσεις δεν απαγορεύτηκαν, εκτός από τη χειροτόνηση ιερέων και την ανάδειξη επισκόπων, σε συγκεκριμένες τουλάχιστον περιοχές (Κρήτη, Κέρκυρα). Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις, ο ορθόδοξος κλήρος όφειλε να τελεί λειτουργίες από κοινού με τον καθολικό,(11) πράγμα που άφησε αρκετές ιδιαιτερότητες στο τυπικό και στην αρχιτεκτονική των ορθόδοξων ναών, κυρίως στα Επτάνησα.
Μετά τη Σύνοδο του Τρέντο (1534 - 1565), με την οποία θεωρείται ότι ξεκινά η επιθετική πολιτική της Καθολικής Εκκλησίας απέναντι στους διαμαρτυρόμενους, εντείνεται η καθολική δραστηριότητα στον ελλαδικό χώρο. Παρ’ όλο που αυτή δεν μπορεί (για ευνόητους λόγους) να εκδηλωθεί στις οθωμανοκρατούμενες περιοχές, άρα αναγκαστικά διεξάγεται στις βενετοκρατούμενες, δε συναντά την εύνοια των βενετικών αρχών και δε γίνεται με δική τους πρωτοβουλία. Φορείς της επονομαζόμενης «propaganda fide» είναι κυρίως τα μοναστικά τάγματα τα οποία ασκούν και φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Ωστόσο, δε φαίνεται να εδραιώνονται ιδιαίτερα στη συνείδηση των κατοίκων των περιοχών στις οποίες ασκούν τις δραστηριότητές τους.
Γενικά, η αντιφατική αλλά μάλλον ήπια πολιτική των Βενετών σε ζητήματα θρησκείας λειτούργησε, προοπτικά, προς όφελος του ορθόδοξου δόγματος. Καθώς, όπως είπαμε και στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η έννοια του έθνους δεν υπήρχε την εποχή εκείνη, οι ελληνόγλωσσοι και ορθόδοξοι υπήκοοι των βενετοκρατούμενων χωρών, προσδιορίζονταν από τη διοίκηση ως «persone di rito greco ortodosso»,(12) σε αντιδιαστολή με τους Σέρβους και Δαλματούς που προσδιορίζονταν ως «persone di rito serbo ortodosso». Η μακρόχρονη συμβίωση ορθόδοξων και καθολικών πληθυσμών στον ίδιο χώρο λειτούργησε αφομοιωτικά ως προς τους δεύτερους και παρ’ όλο που οι περισσότεροι από αυτούς ανήκαν στην κυρίαρχη τάξη ή υπηρετούσαν τη διοίκηση. Τα παραδείγματα εξορθοδοξισμένων βενετικών οικογενειών είναι πολλά και επιφανή, αρκεί να αναφέρουμε ανάμεσά τους Σολωμούς και τους Καποδίστριες. Οι εντάσεις μεταξύ των κοινοτήτων δεν ήταν ποτέ μεγάλες, κυρίως στα Ιόνια νησιά. Πολλές φορές εξ άλλου, ο ορθόδοξος κλήρος ήταν αναπόσπαστο τμήμα της διοίκησης και τη βοηθούσε. Στην αγροτική Κέρκυρα του 18ου αιώνα, με τον ήχο της καμπάνας και την απειλή του αφορισμού, από τον ορθόδοξο κλήρο, διεξαγόταν η κατάρτιση των κατάστιχων των φέουδων.(13) Πάντως, περισσότερο ο μύθος και λιγότερο η ιστορία μαρτυρά ότι το 1797, ανάμεσα στο πλήθος που υποδέχτηκε τους δημοκρατικούς Γάλλους στην κεντρική πλατεία της Κέρκυρας, ήταν και ο Μεγάλος Πρωτοπαππάς, Χαλικιόπουλος - Μάντζαρος. Τούτο βέβαια είναι λίγο περίεργο, δεδομένης της πολύ κακής σχέσης του ορθόδοξου κλήρου με τα γαλλικά πράγματα και τα γαλλικά γράμματα (δηλαδή με το κίνημα του Διαφωτισμού και την Επανάσταση).
Μια σχετικά ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή του καθολικισμού στις ανατολικές Κυκλάδες και ακόμα πιο ιδιάζουσα είναι η περίπτωση της Σύρου. Στις περιοχές που υπάγονταν απευθείας στη βενετική διοίκηση, όπως είδαμε και προηγουμένως, η διαδικασία αφομοίωσης λειτούργησε υπέρ των ορθοδόξων (και είναι, ακόμα και σήμερα, χαρακτηριστικά λίγος ο αριθμός των καθολικών στα Ιόνια νησιά). Αντίθετα στις Κυκλάδες που είχαν καταληφθεί από Βενετούς άρχοντες στο όνομα της Γαληνοτάτης, ο καθολικισμός επιβίωσε: στα περισσότερα από αυτά τα νησιά, ιδίως στη Νάξο, είναι φανερό, ακόμα και από την αρχιτεκτονική των πόλεων, ότι ο καθολικισμός είναι κατακτητικής προέλευσης: τα «φράγκικα» σπίτια βρίσκονται μέσα στα όρια του Κάστρου. Αντίθετα, στη Σύρο (και εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητά της) οι καθολικοί του νησιού αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία, ισχυρίζονται ότι ακολουθούσαν ανέκαθεν το λατινικό τυπικό και η καθολική μητρόπολη του νησιού, ο Αγιος Γεώργιος, θεμελιώθηκε πριν από το 1204.(14)
18ΟΣ ΑΙΩΝΑΣΗ ΩΡΙΜΑΝΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΕΘΝΟΥΣ - ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Εάν, στους προηγούμενους αιώνες, η παιδευτική συνεισφορά της εκκλησίας δεν ήταν ασήμαντη και έγινε κατορθωτή η ανάδειξη στον πατριαρχικό θρόνο σπουδαίων λογίων, όπως π.χ. του Κυρίλλου Λουκάρεως, κατά το 18ο, η ίδια η εκκλησία σαν δομή, λειτουργία και αντίληψη της πραγματικότητας ξεπερνιέται από την ίδια τη ζωή. Ο 18ος είναι ο αιώνας κατά τον οποίο ο «Ρωμιός» γίνεται Ελληνας, κυρίως μέσα από την ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και διαμόρφωσης αστικής τάξης. Αυτή η αστική τάξη ανασύρει μνήμες του - πολύ έντονου εξ άλλου - παρελθόντος του χώρου, ώστε να δημιουργήσει το θεωρητικό εκείνο υπόβαθρο που θα της επιτρέψει να διεκδικήσει το δικό της, «εθνικό» χώρο, τη δική της δηλαδή ενιαία αγορά, έξω από τις ισχυρές φεουδαρχικές δεσμεύσεις που επέβαλλε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εκκλησία μένει πίσω από τις τρέχουσες οικονομικές και πολιτισμικές πραγματικότητες. Εχοντας τη συγκεκριμένη θέση, που αναλυτικά περιγράψαμε, σε σχέση με τη διοίκηση, εννοεί να μη χάσει αυτά της τα προνόμια. Στην καλύτερη περίπτωση, προσβλέπει στην «ελληνοποίηση» της αυτοκρατορίας, στη διάβρωσή της δηλαδή από τα μέσα, από το ακμαίο ελληνικό στοιχείο. Στη χειρότερη, είναι εντελώς αντίθετη με οποιαδήποτε επαναστατική κίνηση που θα αποσκοπούσε στη δημιουργία ελληνικού κράτους.(15) Αυτές τις κινήσεις μάλιστα τις δαιμονοποιεί, ταυτίζοντάς τις (με αρκετή δόση αλήθειας, οπωσδήποτε) με το κίνημα του διαφωτισμού, τα περίφημα «γαλλικά γράμματα» που τα θεωρεί προπύργιο αθεϊας. Είναι εξ άλλου, πολύ γνωστές οι άγριες ιδεολογικές - και όχι μόνο - συγκρούσεις ανάμεσα σε εκπροσώπους του κλήρου και σε επιφανείς εκπροσώπους του διαφωτισμού.(16) Ενδεικτικά αναφέρουμε την «Πατρική διδασκαλία», του πατριαρχικού λόγιου Αθανάσιου Πάριου, στην οποία η Οθωμανική κυριαρχία χαρακτηρίζεται τιμωρία εκ θεού και η οποία προκάλεσε την μήνιν και την οργισμένη απάντηση του Αδαμάντιου Κοραή, με τη δημοσίευση της «Αδελφικής Διδασκαλίας», ενός πραγματικά επαναστατικού κηρύγματος. Αλλά και η σύγκρουση ανάμεσα στο Ρήγα και στον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ (τον υπερτιμημένο από την αστική ιστοριογραφία, ο οποίος επί πλέον καταδίκασε και το κίνημα του Υψηλάντη) φανερώνει την αγκύλωση και την προσήλωση της εκκλησίας σε παρωχημένες δομές και αναγκαιότητες. Στην πιο επίσημη έκφρασή της λοιπόν, η Ορθόδοξη εκκλησία υπήρξε αντίθετη με τη διατύπωση του αιτήματος για συγκρότηση έθνους κράτους.
ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η ιστορική αυτή αναδρομή έγινε κυρίως για να καταδειχτεί το πώς και πότε, ιστορικά, η ορθόδοξη εκκλησία (και το δόγμα του οποίου αποτελεί την οργανωτική αποκρυστάλλωση) εξέφρασε την ανθρώπινη κοινότητα που αποτέλεσε αργότερα το ελληνικό έθνος. Θα πρέπει να πούμε ότι η ορθοδοξία, έχοντας ανθίσει στον ανατολικό χώρο, με τις πολύ έντονες κλασικές και ελληνιστικές μνήμες, διέσωσε στο τυπικό της πολλά στοιχεία της αρχαιοελληνικής κουλτούρας. Δεν εννοούμε μόνο τη γλώσσα, αλλά και τη δομή της λειτουργίας (η οποία απηχεί μνήμες αρχαίας τραγωδίας) καθώς και θεολογικούς συμβολισμούς οικείους στον αρχαίο ελληνικό χώρο, π.χ. την Ανάσταση, που αποτελεί πολύ σημαντικότερη γιορτή για την Ορθοδοξία, από ότι για τον καθολικισμό που προβάλλει περισσότερο τα Χριστούγεννα. Από την άποψη αυτή, ο συντηρητισμός της (με την έννοια της διάσωσης αυτών των στοιχείων) βοήθησε στη διατήρηση των πολιτισμικών εκείνων στοιχείων στα οποία κατέφυγε το διαμορφούμενο ελληνικό έθνος για να ολοκληρώσει τη συγκρότηση της συνείδησής του. Από την άλλη, στη μακραίωνη περίοδο των ξενικών κυριαρχιών στον ελλαδικό χώρο, η ορθοδοξία συντέλεσε ώστε το πρόπλασμα του ελληνισμού να λειτουργεί ως κοινότητα με ενιαία χαρακτηριστικά, αλλά και να διαφοροποιείται από τους αλλόδοξους και αλλόθρησκους. Μέχρι εκεί και μέχρι την εποχή που η πολιτική και η ιδεολογία αποκρυσταλλώνονταν κυρίως σε σχήματα θρησκευτικά, όντως η ιδιότητα του ορθοδόξου υπήρξε στοιχείο που βοήθησε στη συγκρότηση του ελληνικού έθνους. Από τη στιγμή όμως που το ελληνικό έθνος, διαμορφωμένο πια, αναζητά συνειδητά στην αρχαιότητα τις πηγές του και επενδύεται ιδεολογικά με τις θέσεις του διαφωτισμού (που, άλλωστε, ανταποκρίνονται στις διαδικασίες της βάσης και στην ανάπτυξη αστικής τάξης) ο ρόλος της ορθοδοξίας υποχωρεί. Ο Ελληνας (ή πιο συχνά Γραικός) του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα δεν είναι απαραίτητο να προάγει τη θρησκευτική του πίστη ως διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό.(17) Το «εν έθνος - Γραικογάλλοι» του Κοραή φανερώνει ότι ο ελληνικός διαφωτισμός θεωρεί ως συγκροτησιακό στοιχείο μιας κοινότητας περισσότερο την ιδεολογία και τα πολιτικά αιτήματα και λιγότερο τη θρησκεία.
Το ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε μετά το 1832 είναι κράτος αστικό ως προς τις προϋποθέσεις ύπαρξής του, τα αίτια δημιουργίας του, τους σκοπούς του. Θα τολμούσαμε μάλιστα να πούμε ότι η ελληνική επανάσταση υπήρξε υπόδειγμα εθνικής - απελευθερωτικής επανάστασης υπό την καθοδήγηση της αστικής τάξης και με σκοπό τη δημιουργία έθνους - κράτους. Ομως, από μια άλλη πλευρά, παλαιότερα κοινωνικά μορφώματα, κληρονομιά της Οθωμανικής τάξης πραγμάτων, παρέμειναν σε αυτό ζωντανά και ενεργά, με αποτέλεσμα ουκ ολίγους συμβιβασμούς από την πλευρά των αστών μαζί τους. Αυτά τα στρώματα εκφράζονταν κυρίως ιδεολογικά από την ορθόδοξη εκκλησία,(18) η οποία διαμόρφωσε για τον εαυτό της το μύθο της «κιβωτού του γένους» και τον περιεβλήθη, με όλη τη λάμψη που της προσπορίζει. Δε λέει ψέματα, αλλά οχυρωμένη πίσω από τη μεταφυσική - ιδεαλιστική αντίληψη της πραγματικότητας και από έναν καθόλου αθώο εκλεκτικισμό, δε λέει και όλη την ιστορική αλήθεια. Και όταν αναφερόμαστε στην ιστορική αλήθεια δεν εννοούμε την εύκολη ερμηνεία που δίνεται στα ιστορικά γεγονότα, σχετικά με «καλούς - αγωνιστές» ή «κακούς» ιερείς ή την πλούσια φιλολογία σχετικά με τον ανώτατο και τον κατώτερο κλήρο. Εννοούμε κυρίως εκείνη την ιστορική αλήθεια που διακριβώνει το πώς κάθε στοιχείο του εποικοδομήματος εδράζεται στη συγκεκριμένη οικονομικο - κοινωνική βάση, την εκφράζει και, με τη σειρά του, επιδρά σε αυτήν.
Στην προσπάθειά της αυτή, η εκκλησία συνεπικουρείται από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι σχεδόν αμιγώς ορθόδοξη χώρα. Το σχεδόν όμως αυτό έχει δύο παραμέτρους: η πρώτη σχετίζεται με την ύπαρξη αλλόδοξων και αλλόθρησκων μειονοτήτων. Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης συνιστά ένα ζήτημα αρκετά περίπλοκο και έξω από τις προθέσεις και τις δυνατότητες του παρόντος άρθρου. Οι εβραίοι της Ελλάδας, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι χαρακτηριστικά λίγοι, ενώ πολλοί λίγους πιστούς έχουν και τα λογής ευαγγελικά δόγματα και οι λογής ευαγγελικές εκκλησίες. Σχετικά πιο πολυάριθμη, αντίθετα, είναι η καθολική κοινότητα (δεν αναφερόμαστε στην Ουνία, που θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα ολόκληρης πραγματείας). Οι Ελληνες καθολικοί προέρχονται, στην πλειοψηφία τους, από τα νησιά των ανατολικών Κυκλάδων και, κυρίως, από τη Σύρο (στην περίπτωση της οποίας κάναμε ειδική μνεία παραπάνω). Παρά τη διάχυτη αντίληψη ότι πάντοτε αυτοί έχαιραν της Παπικής προστασίας (κατηγορία που φτάνει στον ισχυρισμό ότι, κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν ειδικά προνόμια από την ιταλική διοίκηση, την ίδια στιγμή που οι ορθόδοξοι επένοντο) ωστόσο δε στερούνται καθόλου ελληνικής εθνικής συνείδησης και, επί πλέον, υπήρξαν πάντα το ταξικά αδύνατο μέρος του πληθυσμού του νησιού. Πάντως, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς (χωρίς ίχνος ειρωνείας) την αναμφισβήτητη συμβολή της καθολικής κοινότητας της Σύρου στη διαμόρφωση ενός σημαντικού κομματιού του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, μέσω του επιφανέστερου τέκνου της του οποίου η προτομή με το χαρακτηριστικό μουσικό όργανο κοσμεί τη μικρή ομώνυμη πλατεία της Ανω Σύρου ...
Είπαμε προηγουμένως ότι το «η Ελλάδα είναι σχεδόν αμιγώς ορθόδοξη χώρα» έχει δύο παραμέτρους. Η δεύτερη σχετίζεται με τον -μη καταγράψιμο- αριθμό των αθρήσκων ή αθέων Ελλήνων πολιτών. Πίσω από το περίφημο «Χ.Ο.» των ταυτοτήτων σαφώς δεν κρύβεται πάντα ένας πιστός. Κρύβονται και πολλοί άνθρωποι που -κάποτε και μέσα από διαφορετικούς ιδεολογικούς δρόμους- δεν προσδιορίζονται ως προσωπικότητες από τη σχέση τους με το θείο, αλλά από την απάρνησή του. Κυρίως οι μαρξιστές και οι κομμουνιστές (αλλά και ορισμένοι αστοί διανοητές) έχουν αποστασιοποιηθεί από το φαινόμενο «θρησκεία», χωρίς να έχουν απεμπολήσει και την εθνική τους συνείδηση. Από μια άλλη πλευρά, ακόμη και αυτή η κατηγορία προσδιορίζεται κατά μεγάλο μέρος πολιτισμικά από το «Η ζωή εν τάφω» ή από την αδίκως υποτιμημένη βυζαντινή αισθητική στις εικαστικές τέχνες, στοιχεία που κληρονομήθηκαν στο νέο ελληνικό πολιτισμό μέσω της λαϊκής αλλά και λαϊκότροπης λόγιας τέχνης.
Τι θέλουμε να πούμε με τούτο; Η θρησκεία είναι μια αντιεπιστημονική θεώρηση της πραγματικότητας που ανταποκρίνεται στους ταξικούς οικονομικοκοινωνικούς σχηματισμούς και στην επιστημονική και γνωστική ανεπάρκεια του ανθρώπου. Ωστόσο, όντας στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού έχει δημιουργήσει τέχνη, φιλολογία και νοοτροπίες που έχουν επιδράσει βαθιά στη διαμόρφωση συνειδήσεων. Η ορθοδοξία, ως δόγμα και εκκλησία, δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα. Η συμβολή της λοιπόν στη συγκρότηση της ελληνικής συνείδησης βρίσκεται σε τούτο: βοήθησε τη συγκρότηση της κοινότητας των ελληνοφώνων (με την ευρεία έννοια) και ενέτεινε τη διαφοροποίηση από τις άλλες ανθρώπινες ομάδες με τις οποίες αυτοί συμβίωσαν ιστορικά. Η συμβολή της είναι επίσης σημαντική σε επίπεδο τέχνης, κουλτούρας, νοοτροπίας. Ομως, σε επίπεδο ιδεολογικό - επιστημονικό, αντίληψης της ζωής (που αποκρυσταλλώνεται, μεταξύ άλλων, και ως αίσθηση ελληνικότητας) δεν ήταν, μετά το 18ο αιώνα και πολύ περισσότερο δεν είναι σήμερα στοιχείο «εκ των ουκ άνευ». Εκτός αν θεωρήσουμε - και ας μας συγχωρεθεί από τους αναγνώστες η προσέγγιση των παραδειγμάτων - ότι ο στίχος «τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου» δεν είναι κομμάτι του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Η ότι η συγκλονιστική πραγματικότητα που συμπυκνώθηκε στη φράση του Νίκου Μπελογιάννη «εμείς αγαπάμε την Ελλάδα με το αίμα μας» ειπώθηκε από τα χείλη ενός ανθρώπου βαθιά θρησκευόμενου.
Βιβλιογραφία
«Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» (Εκδοτική Αθηνών, τόμοι Θ΄, Ι΄, ΙΑ΄).
Στήβεν Ράνσιμαν: «Βυζαντινός Πολιτισμός» (εκδ. Γαλαξίας).
Βασίλης Κρεμμυδάς: «Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Κοινωνίας (1700 - 1821) (εκδ. Εξάντας).
Νίκος Γ. Σβορώνος: «Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας» (εκδ. Θεμέλιο).
Peter Sugar: «Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωμανική κυριαρχία (1354 - 1804)» (εκδ. Σμίλη)
Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από ανέκδοτα βενετικά φεουδαρχικά κατάστιχα, προερχόμενα από το Archivio di Stato της Βενετίας.
-------------------------------------------------------------------------------
Η Δώρα Μόσχου είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
1.Παραπέμπουμε σε παλαιότερο άρθρο μας (ΚΟΜΕΠ, τεύχος 3, 1998) που αναφερόταν στη διαμάχη σε σχέση με την «Ανατολή» και τη «Δύση» και την ένταξη της Ελλάδας σε μία από τις δύο αυτές γεωγραφικές - πολιτικές - πολιτισμικές ενότητες.
2.«Και εκ του υιού»: δογματικό σημείο σύγκρουσης ανάμεσα στην ανατολική - ορθόδοξη και στη δυτική - καθολική εκκλησία. Σύμφωνα με την άποψη της πρώτης, οι καθολικοί πρόσθεσαν αυθαίρετα στο «Σύμβολο της Πίστεως» ότι το Αγιο Πνεύμα προέρχεται τόσο από τον Πατέρα όσο και από το γιο. Η σκέψη του Μεσαιωνικού ανθρώπου λεπτολογούσε κατά πολύ ιδιόρρυθμο τρόπο...
3.Την ίδια εποχή, αναπτύσσεται εμπόριο και βιοτεχνία και στις πόλεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι όμως ζήτημα προς διερεύνηση κατά πόσο αυτού του είδους η αστική ανάπτυξη αποτελεί επιβίωση των αντίστοιχων σχέσεων παραγωγής στα πλαίσια του δουλοκτητικού συστήματος, που εξέπνευσε αργά στο βυζαντινό χώρο, ή προανάκρουσμα των νέων κοινωνικών σχέσεων.
4.Φεουδαρχικός κώδικας καταρτισμένος ειδικά για να εφαρμοστεί στις περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που κατέλαβαν οι Φράγκοι.
5.Για παράδειγμα, έχει διαφορετικό χαρακτήρα ο αντιλατινισμός στις φραγκοκρατούμενες ελληνικές χώρες - για τον οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικότερα παρακάτω - και διαφορετικό ο αντιλατινισμός της Κωνσταντινούπολης, που εκδηλώνεται κυρίως με το μίσος έναντι των γενουατών, βενετών και πισατών εμπόρων, μονίμων τροφοδοτών της πόλης σε είδη πρώτης ανάγκης, που είχαν σχηματίσει μεγάλες περιουσίες, ενώ ταυτόχρονα πένονταν οι ορθόδοξοι βυζαντινοί.
6.Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις μαζικών εθελοντικών εξωμοσιών, καθώς και αρκετοί διάσημοι εξωμότες: αναφέρουμε ανάμεσά τους το Μεγάλο Βεζίρη Ιμπραήμ, επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και το διασημότερο αρχιτέκτονα τζαμιών, Σινάν. Κατά μία εκδοχή, εξωμότης ήταν και ο διαβόητος πειρατής στην υπηρεσία της Πύλης, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.
7.«Υποφέρουμε από τους Τούρκους με την άδεια του θεού εξ αιτίας των αμαρτιών μας, όμως έχουμε κάθε ελευθερία ώστε ... να τελούμε χωρίς εμπόδια όλες τις θρησκευτικές μας υποχρεώσεις, ακόμα και μέσα στη χώρα των απίστων».
8.«Αυγουστιαία Ομολογία»: η ολοκληρωμένη διατύπωση του προτεσταντικού δόγματος, από το Μαρτίνο Λούθηρο.
9.Ανάμεσα σε αυτά, η αρνητική στάση που κράτησε ο ίδιος ο Λούθηρος απέναντι στον «Πόλεμο των χωρικών», η άγρια πουριτανική πολιτεία που εφάρμοσε ο Καλβίνος, η στήριξη που παρείχε η προτεσταντική εκκλησία της Αγγλίας στη διαμόρφωση του αστικού κράτους και στη λεηλασία της γης των χωρικών στη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Ακραία παραδείγματα προτεσταντικής αγριότητας, μπορούμε να βρούμε την εποχή κατά την οποία διαμορφωνόταν το αμερικανικό έθνος, όταν ο απηνής διωγμός όχι μόνο των ετεροδόξων, αλλά και των απλών αποκλινόντων, πήρε μορφή μαζικής υστερίας στην περίπτωση της πόλης Σάλεμ, της Νέας Αγγλίας.
10.Το μόνο μάλιστα σχολείο που κάηκε (κυριολεκτικά) στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας ήταν το Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης, του Κωνσταντίνου Κούμα. Οχι από τους Οθωμανούς, αλλά από ένα φανατισμένο από την εκκλησία όχλο, επειδή σε αυτό διδάσκονταν τα «γαλλικά» (δηλαδή τα άθεα) γράμματα (αρχές 19ου αιώνα).
11.Χαρακτηριστικό είναι ότι καθολικοί και ορθόδοξοι όφειλαν από κοινού να εορτάζουν τη γιορτή του Αγίου Μάρκου, στις 25 Απριλίου, κυρίως ως ένδειξη σεβασμού προς τη Βενετία.
12.«Πρόσωπα ορθόδοξου ελληνικού δόγματος» και «πρόσωπα ορθόδοξου σερβικού δόγματος».
13.«...col timor del Signor Iddio, et anime loro, et in vigor della Scomunica ...» «Με το φόβο του Κυρίου και Θεού, και των ψυχών τους και με την απειλή του αφορισμού», καλούνται οι πάροικοι να δηλώσουν τα υπάρχοντά τους, σύμφωνα με το βενετικό κατάστιχο του 18ου αιώνα.
14.Μία απάντηση για τη διατήρηση του καθολικού δόγματος στις Κυκλάδες, θα μπορούσε να είναι ότι αυτή οφείλεται στην αρκετά πρώιμη κατάληψη των νησιών αυτών από τους Οθωμανούς, δια ...χειρός Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (4η δεκαετία του 16ου αιώνα), που ανέτρεψε τις ισχύουσες ισορροπίες ανάμεσα στις δύο χριστιανικές κοινότητες. Δε συνέβη όμως το ίδιο και στην Κρήτη, όπου, μετά την κατάληψη του Χάνδακα από τους Οθωμανούς (1669), ακολούθησε ένα γιγαντιαίο κύμα εξισλαμισμών (και όχι αναγκαστικών).
15.Ωστόσο, κατά τον προηγούμενο αιώνα, αναπτύχθηκαν σημαντικά κινήματα όχι μόνο με τη συμμετοχή, αλλά, κάποτε, και με την καθοδήγηση κληρικών. Χαρακτηριστικότερο είναι το παράδειγμα των δύο επαναστατικών κινημάτων του μητροπολίτη Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου, του επονομαζόμενου Φιλοσόφου ή Σκυλοσόφου (1600 και 1611) που είχαν το χαρακτήρα αγροτικής εξέγερσης. Και τα δύο κινήματα απέτυχαν: μετά την αποτυχία του πρώτου, ο Διονύσιος κατέφυγε στην Ιταλία, καθαιρεμένος από το Πατριαρχείο, ενώ, μετά το δεύτερο βρήκε τραγικό θάνατο και οι Οθωμανοί εξαπέλυσαν όργιο αντιποίνων.
16.Ωστόσο, προδρομικές μορφές του ελληνικού Διαφωτισμού θεωρούνται δύο κληρικοί: ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (που κατηγορήθηκε από τον ίδιο τον κλήρο για προσέγγιση με τον προτεσταντισμό, καταδόθηκε στις οθωμανικές αρχές και εκτελέστηκε) και ο πρώτος μεταφραστής του Βολταίρου στην ελληνική γλώσσα, Ευγένιος Βούλγαρις.
17.Χωρίς, από την άλλη, αυτό να σημαίνει ότι απαραίτητα δεν το κάνει. Η αναφορά της θρησκείας ως εθνεγερτικής δύναμης σχετίζεται και με την ταξική θέση και με το βαθμό παιδείας του αυτού που την επικαλείται. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αγωνιστών του ‘21. Χαρακτηριστική επίσης - έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερο άρθρο μας - είναι η διαίρεση εκείνων που προσβλέπουν στην απελευθέρωση της Ελλάδας από μια ξένη δύναμη - σε εκείνους που προσβλέπουν στη Γαλλία και σε εκείνους που προσβλέπουν στην «ομόδοξη» Ρωσία.
18.Ειρήσθω εν παρόδω, σε μια προσπάθεια ολοκλήρωσης του αστικού χαρακτήρα του, το ελληνικό κράτος την κατέστησε αυτοκέφαλη, σε σχέση με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ


ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Υπάρχουν προσωπικότητες που σήμερα διαπρέπουν σε τομείς, ανάλογα με την ειδικότητα τους. Άλλοι στον τομέα της εκπαίδευσης, άλλοι στον τομέα της οικονομίας, άλλοι στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, άλλοι στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, και πάει λέγοντας. Αυτές οι προσωπικότητες όμως, ίσως να μην υπήρχαν ή να μην ήταν τόσο γνωστές αν δεν υπήρχαν τα θεμέλια που οι παλαιότερες γενεές έχουν θέσει. Αμέτρητα ηγετικά πρόσωπα αγωνίστηκαν για να δώσουν στο δικό μας κράτος, την μορφή που έχει σήμερα. Άτομα κάθε ηλικίας και διαφόρων ειδικοτήτων, έδρασαν με σκοπό να φτιάξουν ένα κόσμο και τις συνθήκες που αυτός χρειάζεται για να ευδοκιμήσει και να διαπρέψει. Ανάμεσα σε αυτές τις προσωπικότητες, ξεχώρισε ο Αλέξανδρος, όχι μόνο για τα επιτεύγματά του, αλλά και γιατί ήταν ο μοναδικός που σε τόση μικρή ηλικία έβαλε τόσο υψηλούς στόχους και σχεδόν τους επίτευξε στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις.
Μέγας Αλέξανδρος. Έζησε από το 356π.Χ έως το 323π.Χ. Βασιλιάς της Μακεδονίας, από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της αρχαιότητας, γιος του Φιλίππου Β’ και της Ολυμπιάδας, κόρης του βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου Νεοπτόλεμου. Μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ανέβηκε στο θρόνο ως Αλέξανδρος Γ’. Ήταν προικισμένος με σπάνια σωματική αντοχή και δύναμη και ακόμα πιο σπάνιο πνεύμα. Αγαπούσε την ιστορία και την ποίηση. Ο Όμηρος ήταν ο αγαπημένος του ποιητής και στην Ιλιάδα βρήκε στο πρόσωπο που ονειρευόταν να μιμηθεί. Ο Φίλιππος φρόντισε πολύ για τη διαπαιδαγώγησή του Αλεξάνδρου και το 343 κάλεσε στην Πέλλα, τον Αριστοτέλη για να τον μορφώσει. Ο Αλέξανδρος διατήρησε πάντα ένα βαθύ σεβασμό για το δάσκαλό του, άσχετα με το πόσο τελικά κατόρθωσε να επιδράσει στη διαμόρφωσή του. Μελετούσε τους τραγικούς και ποτέ του, ακόμα και στην περίοδο των εκστρατειών του, δεν άφηνε τη μελέτη. Πριν γίνει βασιλιάς, σε ηλικία 16 ετών, όταν ο Φίλιππος τον είχε αφήσει επίτροπο του θρόνου, εξεστράτευσε ο ίδιος και κατέπνιξε την επανάσταση της φυλής των Μαίδων.
Οι συγκυρίες έφεραν τον Αλέξανδρο νωρίς στο θρόνο, και από τότε αρχίζει μια σειρά από γεγονότα που ανέδειξαν τις ικανότητες και την ευφυΐα του. Διακρίθηκε στη μάχη της Χαιρώνειας το 338π.Χ, όταν ο Φίλιππος του είχε αναθέσει την αρχηγία της αριστερής πτέρυγας του στρατού. Μετά την δολοφονία του πατέρα του, το 336π.Χ, ανέβηκε στο θρόνο, σε ηλικία 20 ετών. Η κατάσταση, που επικρατούσε στο εσωτερικό της χώρας δεν ήταν καθόλου εύκολη. Στο εξωτερικό είχε να αντιμετωπίσει την εξέγερση των Θρακών και των Τριβαλλών και τις κινήσεις των διάφορων ελληνικών πόλεων, που ήθελαν να αποκτήσουν την αυτονομία τους.
Είχε όμως o Αλέξανδρος, ισχυρό όπλο στα χέρια του, τον παντοδύναμο στρατό του Φιλίππου και ικανούς αξιωματικούς. Έτσι εδραίωσε την εξουσία του, υπέταξε τους βαρβάρους και έπνιξε κάθε ενέργεια και κίνηση αποδέσμευσης των ελληνικών πόλεων.
Φεύγει στη Θεσσαλία, όπου αναγνωρίζεται στρατηγός-αυτοκράτορας, συνεχίζει στη Βοιωτία όπου το συνέδριο των αμφικτιονιών του αναθέτει την ηγεμονία της Ελλάδας. Φτάνει στην Πελοπόννησο, όπου το 336 συγκαλεί στην Κόρινθο αντιπροσώπους όλων των ελληνικών πόλεων για να πάρουν αποφάσεις για την εκστρατεία εναντίον των Περσών. Ο Αλέξανδρος ανακηρύσσεται στρατηγός-αυτοκράτορας και όλες οι πόλεις εκτός από την Σπάρτη που δεν παραβρέθηκε, αποφάσισαν να δώσουν στρατό για την εκστρατεία.
Το 335 εκστρατεύει ενάντια στους Τριβάλλους, τους κατατροπώνει, τρομοκρατεί τους Γέτες και κυριεύει τους Ιλλυριούς. Έτσι η μακεδονική εξουσία εδραιώνεται και τα σύνορα εξασφαλίζονται. Την περίοδο αυτήν στην υπόλοιπη Ελλάδα κυκλοφορεί η φήμη ότι ο Αλέξανδρος πέθανε και αμέσως οι Θηβαίοι πολιορκούν τη μακεδονική φρουρά. Με αστραπιαία ταχύτητα ο Αλέξανδρος φτάνει στη Θήβα, την κυριεύει και καταστρέφει τα πάντα, εκτός από το σπίτι του Πίνδαρου. Τοποθετεί παντού μακεδονικές φρουρές και φεύγει στη Μακεδονία για να ετοιμάσει την εκστρατεία των Περσών.
Αφού ο Αλέξανδρος, έλυσε όλα τα εσωτερικά προβλήματα και εδραίωσε την κυριαρχία του μακεδονικού κράτους, αποφάσισε να ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία, βάζοντας έτσι σε εφαρμογή τα σχέδια του Φιλίππου. Την άνοιξη του 334 αφήνει αντιβασιλιά τον Αντίπατρο και ξεκινάει επικεφαλής 40.000 πεζών και 5.000 ιππέων από την Πέλλα. Αφού πέρασε την Αμφίπολη, μέσα σε είκοσι μέρες φτάνει στη Σηστό, όπου συναντάει τον στόλο του και με αυτόν περνάει τον Ελλήσποντο. Φτάνοντας στην Τροία κάνει θυσία στην Αθηνά και στεφανώνει τον τάφο του Αχιλλέα. Έτσι φτάνει η στιγμή της σύγκρουσης ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες, βασιλιάς των οποίων ήταν ο Δαρείος Γ΄ ο Κοδομανός, της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Αν και ο στρατός των Περσών είναι πολύ μεγάλος και το περσικό κράτος πολύ πλούσιο, όμως του λείπει η οργάνωση, η πειθαρχία και η ομοιογένεια.Το Μάη του 334 γίνεται η πρώτη σύγκρουση στο Γρανικό ποταμό, όπου ο Αλέξανδρος, παρά τη γνώμη του Παρμενίωνα, επιτίθεται και νικάει τους Πέρσες. Από τα πρώτα λάφυρα στέλνει αφιέρωμα στην Αθηνά 300 πανοπλίες με την επιγραφή:<<Αλέξανδρος ο Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασία κατοικούντων >>. Τους Έλληνες μισθοφόρους των Περσών τους έστειλε αιχμαλώτους να δουλεύουν στη Μακεδονία. Μετά τη νίκη του αυτή, ανακηρύσσει αυτόνομες και ανεξάρτητες τις ελληνικές πόλεις και έτσι εξασφάλισε την εύνοια τους.
Μπαίνει στις Σάρδεις ως ελευθερωτής και θεμελιώνει ναό αφιερωμένο στον Ολύμπιο Δία στην Έφεσο, σχεδιάζοντας να κάνει παρόμοια έργα και σε άλλες πόλεις. Συγκεντρώνει τις δυνάμεις του στο Γόρδιο, στο Σαγγάριο ποταμό, όπου σύμφωνα με την παράδοση, κόβει με το σπαθί του το γόρδιο δεσμό. Εκεί περιμένει ενισχύσεις από τη Μακεδονία και μετά βαδίζει προς την Κιλικία, φτάνει στην Ταρσό και στρατοπεδεύει στη Μυρίανδρο. Ο Δαρείος ξεκινάει από τη Βαβυλώνα με πολλές δυνάμεις και συγκρούεται με τον Αλέξανδρο το 333 στην Ισσό. Οι Πέρσες δέχονται άλλη μια ήττα, ο Δαρείος φεύγει κυνηγημένος αφήνοντας την οικογένειά του αιχμάλωτη. Ο Αλέξανδρος φέρθηκε βασιλικά στην οικογένεια του Δαρείου, όπως αναφέρει ο Αρριανός στο έργο του:<<Αλεξάνδρου Ανάβασης>>.
Οι Έλληνες καταλαβαίνοντας ότι πρέπει να λύσουν το πρόβλημα του ανεφοδιασμού, θέλουν να απομονώσουν την Περσία από τη Μεσόγειο. Έτσι προχωρούν νότια προς τη Συρία και την Παλαιστίνη, με σκοπό να κατακτήσουν την Αίγυπτο. Ο Δαρείος προτείνει ειρήνη, αλλά ο Αλέξανδρος χωρίς να τη δεχτεί, μπαίνει στη Φοινίκη, κυριεύει την Τύρο μετά από πολιορκία επτά μηνών, τη Γάζα και όλη την περιοχή του Δέλτα.
Έτσι γίνεται κύριος της Αιγύπτου και το 331 ιδρύει την Αλεξάνδρεια. Ανακηρύσσεται νόμιμος Φαραώ και οι ιερείς του Άμμωνα τον ονομάζουν: <<Υιόν του Άμμωνος>>. Επιστρέφοντας στη Μέμφιδα οργανώνει διοικητικά την Αίγυπτο και επιστρέφει πάλι στο εσωτερικό του περσικού κράτους, όπου το Σεπτέμβρη του 331 συγκρούεται με το Δαρείο στα Γαυγάμηλα. Αφού τον συντρίβει, κυριεύει όλες τις πρωτεύουσες του περσικού κράτους, τη Βαβυλώνα, Σούσα, Περσέπολη και Εκβάτανα.Ο Δαρείος σκοτώνεται από το σατράπη της Βακτριανής Βήσσο, και το περσικό κράτος κυριολεκτικά διαλύεται. Ουσιαστικά πια ο πόλεμος Ελλήνων και Περσών έχει λήξει. Το 329, ο Αλέξανδρος περνάει τον Ινδικό Καύκασο, κυριεύει τις σατραπείες Βακτριανή και Σογδιανή, συλλαμβάνει το Βήσσο και τον παραδίνει στους Πέρσες να τον τιμωρήσουν για την προδοτική του στάση απέναντι στο Δαρείο. Κοντά στον ποταμό Ιαξάρτη, ιδρύει την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη και σε ένδειξη της ιδέας της συγχώνευσης Ελλάδας και Ασίας, παντρεύεται την κόρη του σατράπη της Βακτριανής, Ρωξάνη.
Μετά από όλες αυτές τις μεθυστικές νίκες, στη σκέψη του Αλεξάνδρου κυριαρχεί η ιδέα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Αποφασίζει να προχωρήσει και να καταλάβει τις Ινδίες. Περνάει τον Ινδό ποταμό, συγκρούεται στον Υδάσπη με τον ηγεμόνα της Ινδικής Πώρο (326) και ιδρύει τη Νίκαια και τη Βουκεφάλα, προς τιμή του αλόγου του, που πέθανε εκεί. Αφού γίνεται κύριος της λεκάνης του Ινδού, προχωρεί προς τον ποταμό Ύφαση με σκοπό να βαδίσει στην κοιλάδα του Γάγγη. Ο στρατός του όμως κουρασμένος και εξαντλημένος από τις τεράστιες πορείες και τις συνεχείς μάχες, αρνιέται να τον ακολουθήσει. Ο Αλέξανδρος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του στρατού του και αποφασίζει την επιστροφή. Προσφέρει θυσίες, χτίζει βωμούς και κάνει αγώνες. Ο Νέαρχος αναλαμβάνει τη διοίκηση του στόλου που δημιουργήθηκε εκεί, στον οποίο επιβιβάζονται ο Αλέξανδρος και ένα μέρος του στρατού. Το υπόλοιπο τμήμα βαδίζει παράλληλα στις όχθες του ποταμού.
Προχωρούν νότια και φτάνουν στα Πάταλα, όπου κατασκευάζουν λιμάνι. Ο Νέαρχος προχωρεί στα παράλια της Ινδικής και ο Αλέξανδρος κατά μήκος της ερήμου και το 324 φτάνει στα Σούσα, όπου συναντιέται με το Νέαρχο, τον Κρατερό και τον Ηφαιστίωνα. Εδώ παντρεύεται την κόρη του Δαρείου Γ΄, Στάτειρα και το 323 κάνει πρωτεύουσα του τεράστιου κράτους του τη Βαβυλώνα, όπου περιμένουν να τον υποδεχτούν, πρέσβεις από όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Σχεδιάζει να κατακτήσει την Αραβία και να εξαπλώσει την κυριαρχία του στη δυτική λεκάνη της Μεσογείου. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν μπορεί πια να κάνει, γιατί στα 33 του μόλις χρόνια πεθαίνει.
Η προσωπικότητα και το έργο του Αλέξανδρου είναι γέννημα των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών της εποχής, που αρχίζει με τη βασιλεία του Φιλίππου Β΄. Το ίδιο και η εμφάνιση των Μακεδόνων στο προσκήνιο της ιστορίας, δεν είναι τυχαίο γεγονός. Ο αρχαίος κόσμος, η αρχαία δημοκρατία και οι μεγάλες πόλεις, αφού έπαιξαν τον ιστορικό τους ρόλο, έπεσαν σε παρακμή. Οι Μακεδόνες, λαός ζωντανός και δημιουργικός από τον 4ο π.Χ αιώνα, με τη μόνιμη εγκατάστασή τους στα βόρεια εδάφη, συνεχώς αποκτούν δύναμη. Η οικονομία τους αναπτύσσεται ομοιόμορφα, σε αντίθεση με την οικονομία των πρώην ισχυρών πόλεων, όπως της Αθήνας και της Σπάρτης, οι οποίες μετά τη μείωση της κυριαρχίας και του ελέγχου που ασκούσαν στις αποικίες τους, είχαν εξαντληθεί από τους μεταξύ τους πολέμους. Το μακεδονικό κράτος εξαπλώνει την κυριαρχία του και στερεώνει την οικονομική του ανάπτυξη υπό το καθεστώς του στρατιωτικού συγκεντρωτισμού, που ακολουθείται από μια ραγδαία ισχυροποίηση του στρατιωτικού μηχανισμού. Οι ανάγκες υπαγορεύουν την καθιέρωση νέων όπλων, όπως της μεγάλης ασπίδας, της λεγόμενης μακεδονικής σάρισας, τα βαριά πολιορκητικά μηχανήματα και τα μέσα μεταφοράς.
Παράλληλα με την ανανέωση του εξοπλισμού, αναπτύχθηκε και η νέα στρατηγική, που στάθηκε αληθινή επανάσταση στην πολεμική τέχνη. Στη στρατιωτική ευφυΐα του Αλεξάνδρου οφείλεται η περίφημη μακεδονική φάλαγγα, ένα συμπαγές τείχος στρατιωτών, που βάδιζε κατά μέτωπο του εχθρού και διασπούσε την ενότητά του. Το ιππικό τηρούσε τακτική επιθέσεων από τα πλάγια και έτσι δημιουργούνταν πανικός στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Η εκστρατεία του Αλέξανδρου ήταν ζωτική ανάγκη για το μακεδονικό κράτος. Έπρεπε να κατακτηθούν νέα παραγωγικά εδάφη προς την μεριά της Ανατολής, αφού βέβαια στερεωθεί η κυριαρχία του στον ελληνικό χώρο. Η επεκτατική αυτή πολιτική του Αλεξάνδρου είχε ως κύριο σκοπό της την εξεύρεση νέων οικονομικών πόρων, έτσι που να ενισχυθεί στο έπακρο η οικονομία του μακεδονικού κράτους και να σταθεροποιηθεί η οικονομική και πολιτική του κυριαρχία. Η εκστρατεία έγινε την πιο ευνοϊκή στιγμή, όταν το περσικό κράτος βρισκόταν σε κατάσταση παρακμής και δύσκολων εσωτερικών προβλημάτων. Αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος, που μαζί με τη στρατηγική ευφυΐα του Αλεξάνδρου, στάθηκε η κύρια αιτία της γρήγορης κατάλυσης του περσικού κράτους.
Αλλά τα σχέδια του δεν σταματούν εδώ. Θέλοντας να κάνει πιο εύκολη τη στερέωση της κυριαρχίας του συμπεριφέρεται με πνεύμα ενοποίησης του ασιατικού και του ελληνικού κόσμου. Χτίζει βωμούς παντού και ναούς, εξαπλώνοντας έτσι κατά κάποιο τρόπο τη θρησκευτική κυριαρχία της Ελλάδας πάνω στην Ασία, παντρεύεται ο ίδιος κόρες σατραπών και βασιλιάδων και το ίδιο συμβουλεύει να κάνουν όλοι οι αξιωματικοί του. Παράλληλα, αρχίζει να εξερευνά τις διάφορες περιοχές, από τις οποίες περνάει. Το κράτος του Αλέξανδρου γίνεται κομμάτια μετά το θάνατό του, όπως ήταν φυσικό, εξαιτίας της διαμάχης που ξέσπασε ανάμεσα στους διαδόχους του και της οικονομικής και πολιτικής ανομοιογένειας, που επικρατούσε στην αχανή αυτοκρατορία του. Παρόλα αυτά όμως, η διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας στην Ανατολή είναι γεγονός αναμφισβήτητο.
Η προσωπικότητα του Αλεξάνδρου και τα κατορθώματα του είχαν γίνει πραγματικός θρύλος, από την εποχή ακόμα που ζούσε. Γεννήθηκε μέσα σε μια τρομερή φθινοπωρινή θύελλα, μια μέρα που συνέβησαν πολύ σημαντικά γεγονότα. Ο στρατηγός Παρμενίωνας σύντριβε τους Ιλλυρίους, η αποικία των Αθηναίων Ποτίδαια προσχώρησε στη Μακεδονία, το άλογο του Φιλίππου κέρδισε σε μια σημαντική ιπποδρομία στην Ολυμπία και ο ναός της Άρτεμις στην Έφεσο πυρπολήθηκε και έγινε στάχτη.
Τα γεγονότα αυτά θεωρήθηκαν παράγγελοι της λαμπρής σταδιοδρομίας του μικρού Αλέξανδρου. Η μητέρα του Ολυμπιάδα, που ήταν ιέρεια στα μυστηριακά όργια των Καβείρων της Σαμοθράκης, έλεγε πως τη νύχτα του γάμου της, είδε όραμα ότι την επισκέφτηκε με μορφή κεραυνού ο Δίας και χάθηκε μέσα στα σπλάχνα της. Με βάση αυτό το γεγονός ισχυριζόταν ότι ο Αλέξανδρος, είναι γνήσιος γιος του Δία. Έφερε μάλιστα από τη Σαμοθράκη ένα εξημερωμένο φίδι, που συχνά το έπαιρνε όταν κοιμόταν στο δωμάτιο της και έλεγε ότι το φίδι αυτό είναι η ενσάρκωση του Άμμωνα Δία.
Από τους διάφορους μύθους που πλάστηκαν, δημιουργήθηκε από τον Ψευδοκαλλισθένη ένα είδος μυθιστορηματικής βιογραφίας. Το κείμενο αυτό έχει υποστεί πολλές διασκευές έμμετρες, πεζές, σε δημοτική ή λόγια γλώσσα στην περίοδο των βυζαντινών χρόνων. Την εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν γνωστό με το όνομα Φυλλάδα του Μ.Αλεξάνδρου και τυπώθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 17ο αιώνα, στα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας με τον τίτλο:<<Ιστορία Αλεξάνδρου του Μακεδόνος. Βίος, πόλεμοι και θάνατος αυτού>>.
Το κείμενο του Ψευδοκαλλισθένη μεταφράστηκε στη Συρία, Αρμενία, Αραβία, Περσία, Αιθιοπία, Τουρκία, Ινδίες, Μαλαισία, Ιάβα, κ.τ.λ. Στην Ανατολή, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα το μέρος του μύθου, που αναφέρεται στην κάθοδο του Αλεξάνδρου, στον κόσμο των νεκρών, όπου αναζήτησε την πηγή της ζωής και την κατασκευή του μεγάλου τείχους για την προστασία της χώρας του από τις επιδρομές των Γωγ και Μαγώγ. Οι λατινικές μεταφράσεις του ίδιου κειμένου διέδωσαν το μύθο του Ψευδοκαλλισθένη και στη Δύση. Τον 3ο αιώνα το μετέφρασε ο Ιούλιος Βαλέριος και το 10ο αιώνα ξαναμεταφράστηκε με τον τίτλο Vita Alexandri (Η ζωή του Αλέξανδρου). Η διάδοση και οι μεταπλάσεις του μύθου συνεχίστηκαν και στην περίοδο του Μεσαίωνα.
Πολύ σημαντικά είναι δύο ελληνικά εικονογραφημένα χειρόγραφα. Το ένα είναι του 13ου αιώνα και βρίσκεται στη Βαδκιανή βιβλιοθήκη της Οξφόρδης και το άλλο του 14ου αιώνα, βρίσκεται στο ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας και εκδόθηκε το 1966 στη σειρά των εκδόσεων του Ινστιτούτου με τον τίτλο:<<Αι μικρογραφίαι του Μυθιστορήματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου εις τον κώδικα του ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας>>. Εδώ ο Αλέξανδρος είναι ένας περίφημος στρατηγός, που καταχτά όλο τον κόσμο και στις τελευταίες πορείες που συναντά τρομερά τέρατα, μνημεία και μαντεία, που προβλέπουν το σύντομο θάνατό του. Τελικά ανεβαίνει στον ουρανό και κατεβαίνει στο βυθό της θάλασσας.
Υπάρχουν και μερικά περιστατικά από τη ζωή του Αλέξανδρου που έδειξαν από την αρχή της δράσης του, τις ικανότητες του. Ο Αλέξανδρος σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών έδωσε το πρώτο δείγμα των ικανοτήτων του. Δάμασε ένα άγριο άλογο που έφερε ο έμπορος Φιλόνεικος και κανείς δεν μπορούσε να το ιππεύσει. Ήταν ένα υπέροχο μαύρο άλογο με ένα άσπρο σημάδι στο μέτωπό του και ένα άλλο στην πλευρά του, που είχε σχήμα κεφαλιού βοδιού, γι’αυτό το ονόμασαν Βουκεφάλα. Ο Αλέξανδρος πρόσεξε ότι το άλογο φοβόταν την σκιά του, γι’αυτό του γύρισε το κεφάλι προς τον ήλιο και με απίστευτη γρηγοράδα το καβαλίκεψε και γαντζώθηκε πάνω του γερά.
Άλλο σημαντικό περιστατικό συνέβη, όταν ο Αλέξανδρος συνάντησε τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη, που στεκόταν βρώμικος και κουρελής και λιαζόταν στον ήλιο. Ο Αλέξανδρος τον πλησίασε και του είπε:<<Είμαι ο Αλέξανδρος ο βασιλιάς>> και ο φιλόσοφος του απάντησε :<<Και εγώ είμαι ο Διογένης ο Κυνικός>>.<<Μπορώ να κάνω τίποτα για σένα;>> ρώτησε ο βασιλιάς. <<Ναι, να τραβηχτείς, γιατί μου κρύβεις τον ήλιο >>, απάντησε ο Διογένης. Ο Αλέξανδρος όχι μόνο δεν πειράχτηκε από τα λεγόμενα του φιλοσόφου, αλλά τόσο πολύ τον θαύμασε, ώστε είπε:<<Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος, αληθινά θα ήθελα να ήμουν Διογένης>>.
Μετά την πολιορκία και το ξεθεμελίωμα της Θήβας από τους Μακεδόνες, χαρακτηριστική ήταν η ενέργεια του Αλέξανδρου, δείγμα σπάνιας γενναιοψυχίας και λεπτότητας, να αφήσει απείραχτο το σπίτι του ποιητή Πίνδαρου. Ακόμα, οι αξιωματικοί του έπιασαν μια νέα γυναίκα επειδή έριξε στο πηγάδι ένα Μακεδόνα αξιωματικό, που αφού την βίασε, θέλησε να της πάρει όλα τα χρήματα. Τότε αυτή, λέγοντάς του ότι είναι κρυμμένα μέσα στο πηγάδι τον έσπρωξε και τον έριξε μέσα. Η αγέρωχη στάση της γυναίκας μπροστά στον Αλέξανδρο έκανε το νεαρό βασιλιά να εκτιμήσει το θάρρος της και την άφησε ελεύθερη.
Τη θεϊκή καταγωγή, που η Ολυμπιάδα απέδιδε στον Αλέξανδρο, ο ίδιος ποτέ δεν την πίστεψε. Τη χρησιμοποιούσε όμως από πολιτική σκοπιμότητα. Όταν μάλιστα μια φορά πληγώθηκε στη Βακτριανή, έλεγε στους συντρόφους του: <<Βλέπετε σύντροφοι; Είναι πραγματικό αίμα και δεν είναι υγρό, που κυλάει στις φλέβες των θεών>>.Το ίδιο για λόγους σκοπιμότητας διέδιδε ότι καταγόταν από τον ομηρικό Αχιλλέα. Θέλοντας να σπάσει τις στείρες δοξασίες της εποχής του, παρουσιαζόταν πάντα χωρίς γένια, παρόλο που το μουστάκι και τα γένια ήταν για την εποχή εκείνη, δείγμα ανδρισμού. Κατόρθωσε μάλιστα αυτό, να το επιβάλει και στο στρατό του.
Στο Γόρδιο της Φρυγίας έλυσε το <<Γόρδιο δεσμό>>. Σύμφωνα με την παράδοση όποιος θα έλυνε αυτόν τον δεσμό θα γινόταν βασιλιάς της Φρυγίας. Ο άξονας της άμαξας συνδεόταν με το ζυγό της με ένα ξύλο, που ήταν δεμένο με ένα περίπλοκο κόμπο από φλούδα κρανιάς. Μια παράδοση λέει ότι ο Αλέξανδρος τράβηξε ένα σάπιο ξύλο και έλυσε τον κόμπο. Όμως επικράτησε ότι έκοψε το δεσμό με το σπαθί του. Όταν επισκέφτηκε το ναό του Άμμωνα Δία, ο επικεφαλής των ιερέων θέλησε να τον προσφωνήσει στα ελληνικά. Αντί όμως να τον ονομάσει <<παιδίον>>, είπε την λέξη: <<παιδίος>>. Ο Αλέξανδρος εκμεταλλεύτηκε αυτό το εκφραστικό λάθος του ιερέα και διέδωσε σκόπιμα ότι τον αποκάλεσε <<παις Διός >>, δηλαδή παιδί του Δία.

Ιστορικό Διδακτικό προσωπικό Αρθρογραφία Πειραματικό Βήμα
Προγράμματα Εκδηλώσεις Θέατρο Μαθητές Εργασίες Μαθητών Η Λέσβος
Αρχική σελίδα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Η Ελληνική Βουλή μετά από 71 χρόνια στις 24 Φεβρουαρίου 1994 αποφάσισε την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Ο πιο πολύς κόσμος δεν γνωρίζει το πώς βρέθηκαν οι Έλληνες στον Πόντο, αλλά και πώς μπόρεσαν και κράτησαν την Ελληνική γλώσσα όπως την μιλούσαν κατά πολύ μεγάλο ποσοστό τον 7ο αιώνα π.Χ.. Μιλάμε για μια ιστορία σχεδόν τριών χιλιάδων χρόνων. Καλό θα είναι να μάθει ο καθένας μας την ιστορία και το σπουδαιότερο να μάθουν τους λόγους που βοήθησαν ώστε να διατηρηθεί για τόσα χρόνια η Ελληνικότητα των Ελλήνων του Πόντου .
Διάφορες ανασκαφές που έχουν γίνει στα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου έφεραν στο φως Μυκηναϊκά αγγεία και ευρήματα (περιοχή σημερινής Βουλγαρίας και Ρουμανίας) καθώς και στην πόλη Ζιλέ πιο κάτω από την Αμάσεια, έχουν βρεθεί Μυκηναϊκά αγγεία. Σε μια περιοχή όπου υπήρχε το κράτος των Χετταίων (δεύτερη χιλιετία) στο οροπέδιο της Άγκυρας. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός άκμασε από τον 14ο αιώνα έως τον 11ο αιώνα π.Χ.. Η Ζιλέ υπήρχε πάνω στον δρόμο που οδηγούσε μέσα από τα βουνά της Παφλαγονίας και των Ποντιακών Άλπεων στην θάλασσα , στην μετέπειτα Αμισό και κατόπιν Σαμψούντα (πεντακόσια εξήντα π.χ.).Σε αυτά εάν συμπληρώσουμε και την μυθολογία-πραγματικότητα του Φρίξου και τη Έλλης και την αργοναυτική εκστρατεία αργότερα, βλέπουμε ότι οι επαφές των Ελλήνων με τον Πόντο όπως ονομαζόταν τότε ο Εύξεινος Πόντος , προϋπήρχαν των αποικιών .Δεν φαίνεται όμως να γινόταν μέσω θαλάσσης.
Δεν έχουμε περισσότερα στοιχεία για αυτά τα χρόνια γιατί στην περιοχή του Πόντου από ανασκαφές δεν έχει γίνει τίποτα, καθώς και σε άλλες περιοχές που έγιναν ανασκαφές δεν βρέθηκαν οικισμοί –εμπορικά κέντρα ανεφοδιασμού –εκτός από αγγεία και ευρήματα .Οι Έλληνες μέσα από τις ανταλλαγές που είχαν μάλλον μέσω Μικράς Ασίας με τους Χετταίους,έμαθαν για την περιοχή γύρω από τον Πόντο ότι υπάρχουν πολλά μεταλλεύματα (χρυσός, άργυρος κ.ά.), καθώς και πληθώρα προϊόντων. Έτσι δημιουργήθηκε ένας μύθος για αυτή την περιοχή .Υπήρχαν πολλές δυσκολίες για να μπορέσουν να φτάσουν τα Ελληνικά καράβια στον Πόντο που τον ονόμασαν Άξενο Πόντο λόγω της ανεξερεύνητης θάλασσας. Για τον Άξενο Πόντο ακουγόταν πολλά καθώς ανεξερεύνητες ήταν και οι παραλιακές ζώνες του Πόντου και των μεγάλων ποταμών .
Για να φτάσεις όμως στον Άξενο Πόντο μέσω θάλασσας θα πρέπει να περάσεις από τον Βόσπορο. Τα στενά του Βοσπόρου τα είχαν ονομάσει οι Αρχαίοι Συμπληγάδες , μεταφορικά σημαίνει κάτι που δεν περνιέται . Τις Συμπληγάδες τις φυλούσαν από την μία πλευρά η Σκύλα και από την άλλη η Χάρυβδη. Αυτά τα στενά για να τα περάσουν οι Έλληνες έχουν κάνει πολλούς αιώνες αγώνα . Όταν όμως περάσανε τα στενά του Βοσπόρου πέσανε οι μύθοι και δημιουργήθηκαν οι πρώτες Ελληνικές αποικίες τον 7ο π.Χ. αιώνα (Σινώπη, Αμισός, Τραπεζούντα, Κερασούντα κ.ά.). Τότε άλλαξαν και την ονομασία της θάλασσας και από Άξενο Πόντο την μετονόμασαν σε Εύξεινο Πόντο για να μην τους θυμίζει τις τρομερές δυσκολίες και την δύσκολη θάλασσα που περνούσαν . Στον Βόσπορο και στον Εύξεινο Πόντο υπάρχουν πάρα πολλά θαλάσσια ρεύματα.
Όλα αυτά έγιναν γιατί οι Αρχαίοι Έλληνες κατάλαβαν ότι τα εδάφη του Πόντου είναι πλούσια σε μεταλλεύματα και διάφορα αγροτικά προϊόντα.Δηλαδή τα κίνητρα ήταν οικονομικά . Οι Έλληνες που είχαν ανώτερο πολιτισμό και κυρίως ήταν καλοί ναυτικοί άρα και έμποροι , ήταν αυτοί που δημιούργησαν διάφορες λιμενικές εγκαταστάσεις –μικρούς σταθμούς για ανεφοδιασμό. Το ταξίδι από Αθήνα και Μίλητο ήταν αρκετά μεγάλο μέχρι να φτάσουν στις αποικίες τους (Σινώπη , Αμισός κ.ά.). Με αυτόν τον τρόπο και γι’αυτόν τον λόγο βρέθηκαν οι ‘Έλληνες να κατοικούν στον Πόντο.
Οι Έλληνες Ιωνικής καταγωγής των αποικιών του Πόντου δημιούργησαν αργότερα πόλεις που άκμασαν και αργότερα μεγαλούργησαν . Υπήρχε και πολιτιστική και εμπορική επικοινωνία των αποικιών με τις Μητροπόλεις. Πολλοί φιλόσοφοι, ιστορικοί, ποιητές, πήγαν από τον Πόντο στην Αθήνα όπως π.χ. ο Διογένης ο Σινώπιος.
Οι Έλληνες του Πόντου σε σχέση με τους γύρω λαούς είναι ανώτεροι σχεδόν σε όλα.Έτσι ένας λαός με ανώτερο πολιτισμό πάντοτε επιβιώνει και αντί να αφομοιωθεί, αφομοιώνει τους γύρω λαούς που έρχονται σε επαφή μαζί του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έρχονταν σε επιμιξίες με τους γύρω λαούς. Ίσα-ίσα η συγγένεια εξ αίματος βοηθά στο καλύτερο πάντρεμα των λαών σε όλες τις μορφές. Τα αναφέρω αυτά γιατί στην χώρα μας υπάρχουν ακόμα ακραίες αντιλήψεις για τους Πόντιους. Άλλοι τους θεωρούν πολύ “ξύπνιους” και άλλοι πολύ “κουτούς”, δίνοντας πολλές φορές υπερφυσικές ιδιότητες μη γνωρίζοντας και μη θέλοντας να πιστέψουν ότι για καθετί υπάρχει αιτία . Και για την κατάσταση των Ποντίων η ιστορία τους δείχνει πολλές αιτίες για το πώς βρίσκονται σήμερα .
Αυτή η κατάσταση επικρατεί μέχρι που περνάει από την περιοχή ο Μέγας Αλέξανδρος ο οποίος όμως ουσιαστικά τον Ανατολικό Πόντο δεν τον έχει πειράξει καθόλου . Το 302 π.Χ. ο Μιθριδάτης ο Α’ δημιουργεί το Βασίλειο του Πόντου με πρωτεύουσα την Αμάσεις και αργότερα την Σινώπη. Το Βασίλειο αυτό διατηρείται έως το 64 π.Χ. οπότε διαλύθηκε από τον αυτοκράτορα της Ρώμης Πομπήιος. Ο Μιθριδάτης και αργότερα οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν για γλώσσα του κράτους τα Ελληνικά (Ποντιακά). Αργότερα προώθησαν τον Εξελληνισμό της ενδοχώρας. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η μόνη γραπτή γλώσσα όλων των λαών του Εύξεινου Πόντου γι’αυτό και την χρησιμοποίησαν οι Ρωμαίοι για να έχουν επικοινωνία με τους άλλους λαούς.
Φτάνουμε στην Ρωμαϊκή εποχή και βλέπουμε πως διατηρούνται οι Έλληνες του Πόντου.
Εν τω μεταξύ δημιουργείται το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός. Η άφιξη του Χριστού. Οι ιστορικοί χωρίζουν πλέον την ιστορία σε π.Χ. και μ.Χ.
Ο Πόντος είναι από τα μέρη εκείνα που ασπάζεται πρώτος τον Χριστιανισμό και είναι η περιοχή που προσφέρει τους περισσότερους Αγίους-Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες του Χριστιανισμού.Αναφέρω ορισμένους: Αγία Βαρβάρα, Αγία Κυριακή,Μέγας Βασίλειος, Άγιοι Ανάργυροι,Άγιος Γρηγόριος,Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης κ.ά. Ο Χριστιανικός Πόντος θα είναι ένας από τους σπουδαιότερους λόγους που θα κρατήσουν οι Έλληνες την γλώσσα και την παράδοσή τους,αφού τα Ευαγγέλια μεταφράστηκαν πρώτα στα Ελληνικά. Η Ελληνική γλώσσα μιλιόταν σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Θα είναι ο λόγος που θα κρατηθούν οι Έλληνες με τον ερχομό του Ισλαμισμού αργότερα και την υποδούλωση από τους Τούρκους . Με την δημιουργία αργότερα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όπου κύρια γλώσσα είναι η Ελληνική και θρησκεία ο Χριστιανισμός,κρατάει γερά και αναπτύσσονται σε όλους τους τομείς οι Έλληνες του Πόντου. Όταν το 1204 μ.Χ. οι Φράγκοι στην Δ’ Σταυροφορία κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη οι Κομνηνοί δημιούργησαν την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας του Πόντου που κράτησε ως το 1461. Η Τραπεζούντα παραδόθηκε , δεν έπεσε στους Τούρκους, οχτώ χρόνια αργότερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον τελευταίοι αυτοκράτορά της Δαυίδ.
Μπαίνουμε στα χρόνια της τουρκοκρατίας όπου οι Τούρκοι δεν θέλησαν να διαλύσουν τους Έλληνες που κατοικούσαν στα παράλια του Πόντου γιατί κρατούσαν το εμπόριο,ήταν κατασκευαστές καραβιών καθώς και τους Πόντιους της περιοχής Αργυρούπολης γιατί ήταν οι μόνοι που ήξεραν την τέχνη της εξόρυξης και της επεξεργασίας των μετάλλων και τους είχαν ανάγκη . Η Αργυρούπολη βρίσκεται στην Αρχαία Χαλδαία-νότια της Παναγίας Σουμελά. Εκεί αναπτύχθηκε πολύ η αστρολογία.Χαλδαία ίσον αστρολογία έλεγαν οι Αρχαίοι όπως Αίγυπτος ίσον μαθηματικά.Από την Χαλδαία κρατούσε και η καταγωγή των μάγων με τα δώρα καθώς και οι δικοί μου . Γι’αυτό οι Πόντιοι μπόρεσαν και κράτησαν τα ήθη και έθιμά τους, την γλώσσα και την θρησκεία τους. Με την υποταγή όλων των Ορθόδοξων Ελληνόφωνων και μη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης , η Πόλη γίνεται το κέντρο της Οικουμενικότητας . Μετά την άλωση, εκπρόσωπος του Θεού επί της γης δεν είναι πια ο Αυτοκράτορας αλλά ο Έλληνας Πατριάρχης . Πολλοί Έλληνες του Πόντου αλλά και της Άσπρης Θάλασσας (έτσι ονόμαζαν την Μεσόγειο) άρχισαν να μεταναστεύουν προς τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Έτσι έφτασαν σε σημείο στις δύο ηγεμονίες Βλαχίας και Μολδαβίας να εξασφαλίσουν τους θρόνους των δύο ηγεμονιών – πριγκιπάτων Έλληνες από το 1711 έως το 1821.Από τις ηγεμονίες οι Έλληνες βοηθούσαν τα διάφορα μοναστήρια με χρυσά νομίσματα. Από εκατό χρυσά στην αρχή μέχρι εκατόν εξήντα χρυσά νομίσματα έφτασαν να στέλνουν το χρόνο στο μοναστήρι του Σουμελά στον Πόντο.Ο Τραπεζούντιος δάσκαλος Σεβαστός ήταν ο πρώτος καθηγητής της πριγκηπικής ακαδημίας Βουκουρεστίου. Πολλοί Έλληνες πήγαιναν στις πριγκηπικές ακαδημίες των ηγεμονιών να σπουδάσουν αφού οι καθηγητές τους ήταν Έλληνες καθώς και πολλές φορές οι ίδιοι οι ηγεμόνες.
Έτσι παρότι ο Ελληνισμός είναι υπόδουλος πρωτοστατεί στα γράμματα και στο εμπόριο. Είναι αυτοί που θα δώσουν το σύνθημα για ανεξαρτησία της Ελλάδας. Θα βοηθήσουν και με έμψυχο υλικό και οικονομικά. Με την δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους ο Πόντος δεν είχε προβλήματα. Τουναντίον η οικονομική ανάπτυξη συνδυάστηκε με δημογραφική άνοδο. Στις αρχές του αιώνα μας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ζούσαν περίπου 600.000 Πόντιοι.Τα χρόνια της ευημερίας όμως τελείωσαν το 1914 με το σχέδιο εξόντωσης των Χριστιανικών πληθυσμών , πρώτα των Αρμενίων και μετά του Ποντιακού στοιχείου.
Με τους πρώτους διωγμούς των Τούρκων πολλοί Πόντιοι πήγαν προς τον Καύκασο –Γεωργία όπου υπήρχαν ομόθρησκοί τους. Οι Έλληνες πήραν μαζί τους τον πολιτισμό, την καλλιέργεια της γης , το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα. Γι ‘αυτό οι Γεωργιανοί ονόμασαν τους Πόντιους περζένεσβίλλι που σημαίνει οι γιοι των σοφών ανθρώπων . Το πρώτο τυπογραφείο στην Τιφλίδα καθώς και ο πυρήνας της πρώτης “Ρωσικής ατμοπλοϊκής εταιρίας”σχηματίστηκε από Έλληνες . Έλληνες του Πόντου ήταν και οι περισσότεροι πλοίαρχοι. ΟΛΕ ΙΝΤΑΝ(όλα μπορούν να γίνουν) . Έγινε και αυτό. Η ιστορία των Ελλήνων του Πόντου σταμάτησε μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια το 1922-24 , όταν μεσολάβησαν οι συμμαχικές δυνάμεις και η Ελληνική κυβέρνηση τα βρήκες με τον Τούρκο Κεμάλ και συμφώνησαν για την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Αυτή η τόσο μεγάλη και ωραία ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, διδάσκεται μόνο σε μερικές σχολές, όπως στην θεολογική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην Παιδαγωγική Σχολή της Φλώρινας . Δεν διδάσκεται ακόμη στους μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου ώστε να γνωρίζουν και να έχουν γνώση τα Ελληνόπουλα για την ιστορία των Ελλήνων του Πόντου.
Εταιρίδης Σοφοκλής Οικονομολόγος (τηλ. 0932 243248)
Βιβλιογραφία α.Οι Έλληνες στην μαύρη θάλασσα της κυρίας Μαριάννας Κορομηλά β.Οι Έλληνες του Εύξεινου Πόντου του κυρίου Βλάση Αγτζίδη
ηλεκτρονική εφημερίδα www.fora.gr/grevena
Αυτό το site έχει κατασκευαστεί από τη ΦΟΡΑψάξτο

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ


Ο Μέγας Κωνσταντίνος αρχικά, στην τοποθεσία αυτή, έχτισε έναν σχετικά μικρό ναό. Αργότερα αυτόν τον ναό, τον μεγάλωσε ο γιος του Κώνστας (εγκαινιάστηκε το 360 μ.Χ.). Ύστερα όμως από αρκετά χρόνια, ο λαό εξοργισμένος για την εξορία του Αγίου Ιεράρχου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, έκαψε το ναό (404 μ.Χ.). Τον ξανάκτισε (413/415 μ.Χ.) ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β', αλλά πάλι κάηκε, αυτή την φορά από τους στασιαστές, κατά τη «Στάση του Νίκα» (532 μ.Χ.).
Μόλις αποκαταστάθηκε η τάξης, αμέσως ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.) αποφάσισε να χτίσει νέο, αλλά ασύγκριτα πιο ευρύχωρο και μεγαλοπρεπέστερο ναό. Γι’ αυτό τον λόγο ανέθεσε στον μαθηματικό Ανθέμιο τον Τραλλιανό, και τον αρχιτέκτονα Ισίδωρο το Μιλίσιο, τα σχέδια του ναού αφιερωμένο στην «Του Θεού Σοφία». Ακόμα, αναγκάστηκε ν’ απαλλοτριώσει και ν' αποζημιώσει όλα τα γύρω οικοδομήματα.
Συγκέντρωσε ότι πιο πολύτιμα και σπάνια υλικά βρήκε, απ' όλη την -τότε γνωστή ως- οικουμένη: Πράσινα μάρμαρα από την Κάρυστο, ροδόχροα με λευκές φλέβες από τη Φρυγία, ανοιχτόμαυρα με γαλάζιες φλέβες από το Βόσπορο, κόκκινα με λευκά στίγματα από τη Θήβα της Αιγύπτου, και μάρμαρα με διάφορους άλλους χρωματισμούς από διάφορες περιοχές.
Αλλά και το διακοσμητικό υλικό ήταν πρώτης τάξης: οι πολύτιμες πέτρες, το χρυσάφι, και το ασήμι κρατούσαν την πρώτη θέση.

Κτίσιμο και περιγραφή του ναού

Οι εργασίες του ναού, ξεκίνησαν στις 23 Φεβρουαρίου 532 και τελείωσαν στις 27 Δεκεμβρίου 537 (δηλαδή, 5 χρόνια, 10 μήνες και 4 ημέρες , οπότε και έγιναν τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας. Για το χτίσιμο εργάστηκαν 10.000 εργάτες και τεχνίτες, ενώ ο ίδιος ο Ιουστινιανός επέβλεπε την πορεία των εργασιών και το συνολικά κόστος για το χτίσιμο, έφτασε τα 360 εκατομμύρια χρυσές δραχμές.
«Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντι με τοιούτον έργο επιτελέσας. Νεκίκηκά σε, Σολομών!» αναφώνησε –κατά την παράδοση– με ασυγκράτητο ενθουσιασμό ο Ιουστινιανός όταν πρωτοαντίκρυσε το επιβλητικό εσωτερικό με το άπλετο φωτισμό. Από τα 100 παράθυρα και τα 1.000 καντήλια το φως ν' αντανακλά στους 107 κίονες από λευκά και πολύχρωμα μάρμαρα με εξαιρετικά κιόκρανα και μαζί με τον πλούσιο διάκοσμο, φαντασθείτε, τι θαυμαστή! τι εκπληκτική! τι απερίγραπτη! υπερκόσμια ατμόσφαιρα παρουσίαζε! Προσθέστε τώρα και 525 κληρικούς που ορίστηκαν να υπηρετούν την «Μεγάλη Εκκλησιά» και ψάξτε να βρείτε κοσμητικά επίθετα για να περιγράψουν αυτό το «θαύμα»!!! Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν το ναό επίγειο ουρανό ή δεύτερο στερέωμα «αγγέλων την των χειρών του Θεού ποίησιν».
Ο Ιουστινιανός, για να γιορτάσει όλος ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Σοφίας, διέταξε και σφάξανε χίλια βοοειδή, δέκα χιλιάδες αρνιά, εξακόσιες αίγες, χίλια χοιρίδια και είκοσι χιλιάδες όρνιθες και όλα αυτά, παρασκευάστηκαν και μοιράστηκαν στον κόσμο που πανηγύριζε.
Σχετικά με την εξυπηρέτηση των ναών αναφέρεται ότι μόνο η Αγία Σοφία, επί Ιουστινιανού, είχε χίλιους κληρικούς. Τον έβδομο αιώνα είχαν περιοριστεί σε εξακόσιους και η Νεαρά του Ηρακλείου αναφέρει:
Πρεσβυτέρους 80
Διακόνους 150
Διακόνισσες 40
Υποδιακόνους 70
Αναγνώστες 160
Ψάλτες 25
Θυρωρούς 75
Μπορεί λοιπόν να σχηματίσει κανείς μια ιδέα του πλήθους που εξυπηρετούσε τις εκκλησίες, αν αναλογισθεί ότι τον ενδέκατο αιώνα μόνο στην Αντιόχεια υπήρχαν 1.200 εκκλησίες και 360 μοναστήρια. (Πάνου Ζαμβακέλλη: Εισαγωγή στη Βυζαντινή ζωγραφική).
Η Αγία Σοφία είναι ορθογώνιο οικοδόμημα 78,16 μέτρων μήκους και 71,82 πλάτους. Ο τρούλος, σε ύψος 54 μέτρων, γεννά το αίσθημα ότι αιωρείται. Στηρίζεται πάνω σε τέσσερις πεσσούς που σχηματίζουν τετράγωνο και συνδέονται μεταξύ τους με τόξα. Η διάμετρός του είναι 31 μέτρα και έχει στη βάση του 40 παράθυρα. Οι πεσσοί κρύβονται πίσω από δύο κιονοστοιχίες που χωρίζουν το ναό σε τρία κλίτη, με αποτέλεσμα να φαίνονται μόνο τα γιγάντια τόξα.
Ο γυναικωνίτης βρίσκετε στον δεύτερο όροφο του ναού. Ο εσωνάρθηκας με το κύριο μέρος του ναού επικοινωνεί με 9 πύλες, απ' αυτές οι τρεις μεσαίες ονομάζονται βασιλικές, ενώ η μεσαία είναι πιο πλατειά και πιο ψηλή.
Μπροστά στον εξωνάρθηκα υπήρχε μία μεγάλη αυλή, εκεί βρισκόταν η φιάλη του εξαγνισμού μια καρκινική (= φράση που διαβάζεται και αντίστροφα) επιγραφή που έγραφε: «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ». Δυστυχώς δεν σώζεται σήμερα.
Ο τρούλος της Αγίας Σοφίας κατέρρευσε το Μάη του 558, και ξανακτίσθηκε από τον Ισίδωρο, συνώνυμο ανιψιό, του αρχιτέκτονα της. Αργότερα πάλι, το 867 συγκεκριμένα, ράγισε ο τρούλος μετά από σεισμούς, και τον επισκεύασε ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β'. Όμως την μεγαλύτεροι συμφορά συνολικά που βρήκε την Αγία Σοφία, ήταν το 1204 όταν οι Φράγκοι κυρίεψαν και λεηλάτησαν την Πόλη.
Σήμερα η Αγία Σοφία έχει συληθεί και ως ένα βαθμό παραμορφωθεί. Εξωτερικά έχουν προστεθεί τέσσερις μιναρέδες και εσωτερικά έχουν καλυφθεί τα μωσαϊκά με σοβά. Το 1935 μετατράπηκε σε μουσείο.
Ýαρχή


Ψηφιδωτά
Το Αμερικάνικο Βυζαντινό Ινστιτούτο το 1930 ανέλαβε την εργασία για την αποκάλυψη των ψηφιδωτών, σπουδαιότερα απ’ αυτά είναι:
α) «Ένθρονος Θεοτόκος» να κρατά αγκαλιά τον Χριστό, και οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Μέγας Κωνσταντίνος αριστερά και δεξιά να της προσφέρουν ο ένας το ναό και ο άλλος την Πόλη. Είναι ψηφιδωτό του 10ου αιώνα και βρίσκετε στο τύμπανο του τόξου της Νότιας Πύλης του νάρθηκα.
β) «Ένθρονος Χριστός» να προσκυνείται από τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ (886-912). Αριστερά, μέσα σε στηθάριο, βρίσκετε δεομένη η Θεοτόκος και δεξιά άγγελος Κυρίου. Βρίσκετε στο τύμπανο του τόξου της Κεντρικής Πύλης του εσωνάρθηκα. Είναι ψηφιδωτό του 10ου ή 11ου αιώνα (υποθέση του γράφοντος).
γ) «Ένθρονος Χριστός» με τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο (1042-1055) και Ζωή (1028-1055) να προσφέρουν δώρα, που προφανώς αποθανατίζει τις δωρεές του Μονομάχου, οι οποίες σύμφωνα με τον ιστορικό Σκυλίτζης, εξασφάλισαν την καθημερινή τέλεση της λειτουργίας που γινόταν μόνο Σάββατα, Κυριακές και μεγάλες εορτές, από έλλειψη προσόδων. Η εικόνα βρίσκετε στο νότιο υπερώο (γυναικωνίτη) και είναι ψηφιδωτό του 1044 (11ου αι.). Στα κεφάλια των μορφών αυτού του ψηφιδωτού (Εικ. 2), τα οποία αντικατέστησαν τα κεφάλια παλαιότερου ψηφιδωτού που παρίστανε την αυτοκράτειρα Ζωή και τον πρώτο της σύζυγο Ρωμανό Γ΄ Ανάργυρο εκατέρωθεν του Χριστού σε ανάμνηση προγενέστερης δωρεάς στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, παρατηρείτε και η ζωγραφική τεχνοτροπία που χαρακτηρίζει την τέχνη της περιόδου μεταξύ των ετών 1040 και 1070.


δ) «Θεοτόκος βρεφοκρατούσα» ανάμεσα στους αυτοκράτορες Ιωάννη Β΄ τον Κομνηνό (1118-1143) και Ειρήνη την Ουγγαρέζα με ξανθά μαλλιά και φωτεινά μάτια (Εικ. 3) να προσφέρουν δώρα, βρίσκετε στο υπερώο (γυναικωνίτη) και είναι ψηφιδωτό περίπου του 1118 (12ου αι.).



ε) Παράσταση της «Δεήσεως» (Εικ. 4) βρίσκετε όπως και τα δύο προηγούμενα ψηφιδωτά (γ΄ και δ΄) στο υπερώο (γυναικωνίτη) και είναι ψηφιδωτό του 1261 (13ου αι.), για το οποίο μάλιστα πιστεύεται ότι ήταν αφιέρωμα στη μεγάλη εκκλησία του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου μετά την ανάκτηση της Πόλης.
Μεγάλος ακόμα αριθμός ψηφιδωτών απομένει ν’ αποκαλυφθεί.
Στα σφαιρικά τρίγωνα υπήρχαν Σεραφείμ και στον τρούλο σταυρός, που περιβαλλόταν με στεφάνι.
Στη κόγχη του ιερού παράσταση με την Παναγία να κρατά τον Χριστό, και οι δύο Αρχάγγελοι κοντά της (χρονολογείται περί το 867).
Στα τύμπανα των πλαγίων τόξων υπήρχαν ολόσωμες μορφές αγίων, προφητών κ.λπ. σήμερα σώζονται του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και των Αγίων Ιγνατίων, νεοτέρου και του Θεοφόρου.

Επίλογος
Στα 1000 χρόνια -μέχρι την άλωση της Πόλης (29 Μαΐου 1453) από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή- ο ναός της Αγίας Σοφίας γνώρισε πολλές δόξες.
Εκεί γινόταν τα επινίκια μετά την θριαμβευτική επιστροφή τον αυτοκρατόρων από πολέμους, εκεί στέφθηκαν αυτοκράτορες, εκείνο το έδαφος της πάτησαν οι Πατριάρχες Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο θρυλικός Γρηγόριος Ε' και τόσοι... τόσοι πολλοί άλλοι.
Σήμερα αν και κατέχετε η Αγια-Σοφιά από τους τούρκους, αν και ως ένα βαθμό έχει παραμορφωθεί με τους μιναρέδες κ.λπ. αφού οι τούρκοι την μετέτρεψαν σε τζαμί αρχικά και την λειτουργούν ως μουσείο σήμερα, δεν έπαψε να είναι για τους Ορθοδόξους, Έλληνες και μη, η «Μεγάλη Εκκλησιά» μας.
Οι προσκυνητές, επισκεπτόμενοι την Αγια-Σοφιά ως τουρίστες σκύβουν και φιλούν το χώμα της, που πάτησαν πλήθος Αγίων Πατέρων και Ιερέων, ευσεβέστατων αυτοκρατόρων και εκατομμυρίων λαού που λειτουργήθηκαν σ' αυτό το κόσμημα, νιώθοντας μέσα τους την φωνή του λαϊκού θρύλου «...πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι».
Ýαρχή


ΤΟ ΧΤΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
(Θρακικός θρύλος)
Ένας νεοελληνικός θρύλος από τη Θράκη μας πληροφορεί για το πως χτίσθηκε η Αγια Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό μετά το 530 π.Χ.
Αυτή λοιπόν, η σχετική παράδοση από τη Θράκη μας περιγράφει και μας εξηγεί ότι το σχέδιο, για να κτισθεί η Αγια Σοφιά, έγινε γνωστό με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που μάθαμε από την ιστορία. Αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα την παραδώσει, γιατί δεν είναι γνωστή από άλλους τόπους παρά σχεδόν μόνο από τη Θράκη. Τη διηγιόντουσαν στη Βιζύη της Θράκης κατά τον περασμένο αιώνα, και εκεί, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την έμαθε μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός. Και σώζοντάς την από την λησμονιά και τον βέβαιο αφανισμό την περιέγραψε έμμετρα το 1884 μέσα στην ποιητική συλλογή του «Ατθίδες αύραι». Ας δούμε λοιπόν αυτόν τον ίδιο το θρακικό θρύλο.
«Ήταν ο καιρός που ο βασιλιάς στην Πόλη είχε αποφασίσει να χτίσει την Αγια Σοφιά. Είχε καλέσει τον πρωτομάστορα, και ο τελευταίος είχε κάμει ένα, και ύστερα άλλο, και ύστερα άλλα σχέδια, πως να χτιστή η μεγάλη εκκλησιά. Κανένα όμως δεν ευχαριστούσε το βασιλιά. Ήθελε κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο. Και ο πρωτομάστορας όλο και σκεφτόταν τι νέο σχέδειο να φτιάση.
Μια Κυριακή, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο βασιλιάς να πάρη το αντίδωρο, εκείνο όμως του ξεφεύγει από το χέρι και πέφτει χάμω. Μια στιγμή αργότερα παρουσιάζεται μιά μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο, κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του βασιλιά. Βγάνει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς, όσοι έχουνε μελίσσια να τ’ ανοίξουνε και να ψάξουν, για να βρεθή. Ψάχνει και ο πρωτομάστορας στα δικά του τα μελλίσσια και τι βλέπει; Είχανε κάτσει οι μέλισσες μέρες πριν και είχανε φτιάξει με το κερί μέσα στην κυψέλη μιαν εκκλησιά πανέμορφη και σκαλιστή και μεγαλόπρεπη, που δεν είχε την όμοια της σ’ ολόκληρη την Οικουμένη. Όλες οι λεπτομέρειες είχανε γίνει στην εντέλεια, μέσα κι’ έξω στην εκκλησία. Η πόρτα της ανοιχτή, ο τρούλος έτοιμος, οι κολώνες στη θέση τους, ως και η Άγια Τράπεζα τελειωμένη. Την είχαν αποτελειώσει σ’ όλα της την εκκλησιά, και απάνω στην Άγια Τράπεζα της είχε φέρει εκείνη η μέλισσα και είχε αποθέσει το αντίδωρο του βασιλιά.
Είδε την εκκλησιά ο πρωτομάστορας και θάμαξε με το τέλειο σχέδιό της. Την είδε κατόπι και ο βασιλιάς και έγινε όλος χαρά. Το σχέδιο, που είχανε φτιάξει οι μέλισσες, έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγια Σοφιά!!!».
(βλ. Κ. Ρωμαίος, ΕΛΛΑΣ, λαογραφία-γεωγραφία-ιστορία, τομ. 2ος, σελ. 653).
Ýαρχή


ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ
1. Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Όταν μπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, άγγελος Κυρίου άρπαξε το βασιλιά και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί να κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά, να τον ξεμαρμαρώσει. Και θα σηκωθεί πάλι ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη και θα διώξει τους Τούρκους ως την Κόκκινη Μηλιά.
2. Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ
Την ώρα που μπήκαν οι Τούρκοι στην Αγια-Σοφιά δεν είχε τελειώσει ακόμα η λειτουργία. Ο παπάς που έκανε τη λειτουργία πήρε αμέσως το Άγιο Δισκοπότηρο, ανέβηκε στα κατηχούμενα, εμπήκε σε μια θύρα και η θύρα έκλεισε αμέσως. Είναι θέλημα Θεού ν’ ανοίξει μόνη της η θύρα, όταν έλθει η ώρα, και θα βγει από κει ο παπάς, να τελειώσει τη λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, όταν θα πάρουμε πίσω την Πόλη.

3. Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ
Την μέρα που πάρθηκε η Πόλη, έβαλαν σ’ ένα καράβι την Άγια Τράπεζα της Αγια-Σοφιάς, να την πάει στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.
Εκεί όμως στη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η Άγια Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη, που είναι πάντα εκεί, και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.
(βλ. ΓΙΟΒΑΝΗ, Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια, εκδ. 1982, τομ. 1ος, σελ. 97).
4. ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΛΟΥΚΛΗ
Την ημέρα που έπεσε η Πόλη ένας γέροντας τηγάνιζε ψάρια, και όταν του είπαν «Εάλω η Πόλις», είπε πως για να πιστέψει πως έπεσε η Πόλη, έπρεπε να βγουν τα ψάρια από το τηγάνι. Και Ω! του θαύματος, έτσι έγινε. Πότε άραγε θα ολοκληρωθεί το τηγάνισμα των ψαριών που είναι τηγανισμένα μόνο από την μία τους πλευρά;
Ýαρχή


ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑ
1. Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 2. ΑΛΩΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 3. ΠΑΡΘΕΝ Η ΡΩΜΑΝΙΑ4. ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗ ΠΟΛΗΣ 5. ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

1. Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Το δημοτικό αυτό τραγούδι είναι ο παλαιότερος θρήνος για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Πιθανόν να προέρχεται από την Κρήτη. Βρέθηκε σε χειρόγραφο του 15ου αιώνα' ο τίτλος ήταν: «Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης». Ανήκει στη δεύτερη περίοδο (1453-1821) της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και στο ιστορικό είδος. Στην παρακάτω μορφή του δημοσιεύτηκε το 1914 από το Ν. Πολίτη στην συλλογή του «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού». Για την σύνθεσή του ο Ν. Πολίτης χρησιμοποίησε την παραλλαγή που δημοσίευσε ο Φωρέλ και άλλοι είκοσι τέσσερις. Όμως, μόνο ο 4ος και 18ος στίχος έχουν παρθεί αυτούσιοι από την εργασία του Φωριέλ.

1. Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυό καμπάνες.
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο Χειρουβικό και να ’βγει ο βασιλέας,

8. φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Πάψατε το Χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά, και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.
Μόν’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ’ρθούν τρία καράβια,
το ’να να πάρει το Σταυρό και τ’ άλλο το Βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την Άγια Τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν».

16. Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
«Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζης,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι».

(ΓΙΟΒΑΝΗ, Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια, εκδ. 1982, τομ. 1ος σελ. 95-96) < πίσω

2. ΑΛΩΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Ένι του κόσμου χαλασμός και συντελειά μεγάλη,
συντελεσμός των Χριστιανών, των ταπεινών Ρωμαίων'
όμως ας το θλίβουν πολλά και τα γένη Λατίνων
δια τούτο που συνέβηκε βασιλείαν Ρωμαίων,
διότ’ ήτον σπίτιν ολωνών, Ρωμαίων και Λατίνων
η πόλις η κακότυχος και ο βασιλεύς ομάδιν.
Πούναι λοιπόν τα λείψανα, που οι αγίαι εικόνες,
η οδηγήτρια η κυρά, η δέσποινα του κόσμου;
Λέγουσιν αναλήφθησαν στον ουρανό απάνω
τα λείψανα τα άγια και του Χριστού τα πάθη,
οι άγγελοι τα πήρασιν εμπρός εις τον δεσπότην...
Που είν’ τα μοναστήρια, που η ορθοδοξία;
αφήκες, εξαπόλυκες, πανύμνητε, τον κόσμον;

Τις είδεν η τις ήκουσεν ποτέ του τέτοιον πράμα,
οι ασεβείς να πάρουσι το σπίτι των αγίων,
να σε δοξάζουν, Κύριε, οι Τούρκοι σοδομίτες;
Θεέ μου, πως απόμεινες την τόσην ανομίαν
και πως το καταδέχθηκες, δύναμις των αγγέλων;
Εχάθησαν οι χριστιανοί' Θεέ πως το απομένεις;
Μηδέ κατηγορήσετε τον βασιλεάν, αυθέντες,
ουδέ τους άρχοντας αυτού, ουδέ τους στρατιώτας,
μικρούς μεγάλους ή πτωχούς, πλουσίους, ανδρειωμένους.
Το θάρρος οπού ήλπιζαν οι χριστιανοί στην πόλιν
ήτον στον αγιώτατον πάπαν τε της Ρώμης
και εις τους ρηγάδες της φραγκιάς των αυθεντών των όλων,
δουκάδες, κούντους, πρίγκιπες και τα κουμούνια όλα
μετά του βασιλέως τε του της Αλαμανίας...

Εκείν’ η μέρα σκοτείνή, αστραποκαϊμένη,
της Τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης,
της θεοκαρβουνόκαυτης, πουμπαρδοχαλασμένης,
έχασε η μάννα το παιδίν και το παιδίν την μάνναν,
και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα,
δεμέν’ από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν
με την τρομάραν την πολλήν, με θρήνισμόν καρδίας.
Τρέμουν ως φυλλοκάλαμον εξετραχηλισμένα,
γυμνά, χωρίς πουκάμισον, εξάγκωνα δεμένα,
βλέπουν επρός και πίσω των, μη να δουν τους γονείς των,
και βλέπουν τους πατέρες των εξάγκωνα δεμένους.
Ο κύρης βλέπει το παιδίν και το παιδίν τον κύρην,
άφωνοι, δίχως ομιλίαν, διαβαίνουν το μαγκούριν.
Οι μάνες οι ταλαίπωρες υπάν ξεγυμνωμένες,
της πόλης οι πολίτισσες εξανασκεπασμένες,
πλούσιες πτωχές ανάκατα, με το σκοινί δεμένες,
της πόλης οι ευγενικές, οι αστραποκαϊμένες.
Ο αδελφός τον αδελφόν βλέπει σιδηρωμένον,
θωρούν και τον πατέρα των με άλυσον δεμένον,
και δυ’ αδερφάδες εύμορφες, πολλά ωραιωμένες,
εντροπιασμένα επήγαιναν με το σχοινίν δεμένες.

(ΓΙΟΒΑΝΗ, Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια, εκδ. 1982, τομ. 13ος, σελ. 67) < πίσω

3. ΠΑΡΘΕΝ Η ΡΩΜΑΝΙΑ
(του Πόντου)
(Πρόλογος, χωρίς ρυθμό)
Ένα πουλίν, καλό πουλίν, εβγαίν’ από την Πόλιν,
ουδέν σ’ αμπέλια κόνεψεν, ουδέν στα περιβόλιαν,
επήγεν και εκόνεψεν, σ’ Αγιά-Σοφιάς την πόρταν.
Έδειξεν τ’ έναν το φτερόν, στο αίμα βουτεμένον,
και σ’ άλλον το φτερόν μαθέ, χαρτίν βαστά γραμμένον,
ατό, κανείς κι αναγνώθ’, κάνεις και ξέρ’ντο λέγει,
μηδέ κι ο Πατριάρχης μου, μ’ όλους τους πουπάδες.
Κ’ ένα παιδίν, καλόν παιδίν, πάει κι αναγνώθει,
σίντα αναγνώθει, σίντα κλαίει, σίντα κλούει την καρδίαν:
- Να ηλί εμάς, να βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανίαν,
(αρχίζει ο ρυθμός)
να ηλί εμάς, να βάι εμάς, οι Τούρκοι τη Πόλη επέραν, (δις)
επέραν το βασιλοσκάν και ένα, ένα παιδία (δις)
μοιρολογούν τα εγκλησίας, κλαίγνε τα μοναστήρια, (δις)
κι α’ για δές το Χρυσόστομον, κλαίγνει δε’γνο μη ’σκάτε (δις)
μην κλαίς Άη-Γιάννε μου, και δε’γνο μη ’σκάσε (δις)
η Ρωμανίαν επέρασεν, η Ρωμανίαν επάρθεν. (δις)
(συνεχής αλλαγή του ρυθμού)
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο. (τετράκις) < πίσω


4. ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗ ΠΟΛΗΣ
(του Πόντου)
Απ’ ουρανού κλειδίν έρθεν’ς σ’ Αγί’ Σοφιάς την πόρταν.
Χρόνους έρθαν κ’ επέρασαν, καιροί έρθαν κ’ εδέβαν,
’νεσπάλθεν το κλειδίν αθες, κ’ επέμ’νεν κλειδωμένον.
Θελ’ απ’ ουρανού μάστοραν κι από την γήν αργάτεν.
(ΓΙΟΒΑΝΗ, Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια, εκδ. 1982, τομ. 1ος, σελ. 95) < πίσω

5. ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
Στην Αγια-Σοφιά αγνάντια
βλέπω τα ευζωνάκια.
Τα ευζωνάκια τα καημένα
μες στους ήλιους μαυρισμένα,
κλέφτικο χορό χορεύουν
και τ’ αντίπερα αγναντεύουν.
Κι αγναντεύοντας την Πόλη
τραγουδούν και λένε:
«Πάλι θα γένει δικιά μας
να η μεγάλη εκκλησιά μας.
Τούτα είν’ οι χρυσοί της θόλοι
αχ κατακαημένη Πόλη.
Στην κυρά την δέσποινά μας
πες να μην λυπάται,
στις εικόνες να μην κλαίνε
τα ευζωνάκια μας το λένε».
Κι ο παπάς που είναι κρυμμένος
μέσα στ’ άγιο βήμα,
τα ευζωνάκια δεν θ’ αργήσει
να βγει να τα κοινωνήσει,
και σε λίγο βγαίνουν τ’ Άγια
μέσα σε μυρτιές και βάγια. < πίσω

Ýαρχή

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η Άλωση της Πόλης

Την Πέμπτη 29 Μάιου 2003 συμπληρώθηκαν 550 χρόνια από εκείνη την Τρίτη όπου η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Για την επιβίωση της η Κωνσταντινούπολη πάλεψε θαρραλέα αλλά η μοίρα της είχε ήδη προδιαγραφεί 249 χρόνια πριν, όταν την είχαν κουρσέψει οι Σταυροφόροι και οι Ενετοί της χριστιανικής Δύσης. Το βυζαντινό κράτος διασπάστηκε τότε σε τρία μέρη. Έτσι, όταν το 1259 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, κατόρθωσε με τη βοήθεια των Γενουατών να διώξει τους Ενετούς από την Κωνσταντινούπολη και μετά από δυο χρόνια, το 1261, να στεφθεί ο ίδιος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ως Μιχαήλ Η' ο Ελευθερωτής, η αυτοκρατορία ήταν πλέον διαμελισμένη και συρρικνωμένη και η Βασιλεύουσα λεηλατημένη και πάμπτωχη. Έτσι, ταλανισμένη από εμφυλίους πολέμους, από την πανώλη του 1347 που εξόντωσε πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της, έχοντας χάσει όλες σχεδόν τις κτήσεις της (ακόμη και τη θεσσαλονίκη), με μόνο το Δεσποτάτο του Μορέως να επιβιώνει και να ανθεί πνευματικά και πολιτιστικά, και με τον κλοιό των Τούρκων να σφίγγει αδιάκοπα γύρω της, η Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 15ου αιώνα ήταν πλέον μια πόλη-κράτος και όχι πρωτεύουσα αυτοκρατορίας. Ακολούθησε ο αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Η', ο οποίος πέθανε άτεκνος. Αυτοκράτορας εξελέγη ο αδελφός του Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Δεσπότης του Μορέως. Η στέψη του Κωνσταντίνου ΙΑ' έγινε στον Μυστρά από τον τοπικό Μητροπολίτη.
Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει κι η Αγία Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης, κι απ' την πολλή την φαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες... Ο νέος αυτοκράτορας έφθασε στην πρωτεύουσα του στις 12 Μαρτίου 1449 και έγινε δεκτός με ειλικρινή αισθήματα αγάπης από τον λαό του. Μόλις ανέλαβε τα καινούργια του καθήκοντα ο Κωνσταντίνος φρόντισε να στείλει πρεσβευτές στον σουλτάνο Μουράτ Β' και να ζητήσει συνθήκη ειρήνης. Ο Μουράτ αναγνώρισε τον νέο αυτοκράτορα και συμφώνησε για την ειρήνη. Δύο χρόνια αργότερα ο Μουράτ πέθανε, και στον θρόνο της οθωμανικής αυτοκρατορίας ανέβηκε ο 19χρονος γιος του Μωάμεθ Β', ο οποίος έσπευσε να διαβεβαιώσει τους ηγεμόνες της Δύσης για τις ειρηνικές του προθέσεις. Ο νέος σουλτάνος μάλιστα ορκίστηκε στο Κοράνι ότι θα σεβόταν την ακεραιότητα της βυζαντινής επικράτειας και ανανέωσε την υποχρέωση του πατέρα του προς τον αυτοκράτορα να καταβάλλει κάθε χρόνο το ποσόν των 300.000 άσπρων από τις προσόδους των ελληνικών πόλεων της κοιλάδας του Στρυμόνα. Η απειλή εναντίον της Κωνσταντινούπολης φάνηκε να απομακρύνεται. Όταν όμως ο Κωνσταντίνος έστειλε αντιπροσώπους του στην Αδριανούπολη, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής επικράτειας, να ζητήσουν τα χρήματα του Ορχάν, λέγοντας μάλιστα ότι θα έπρεπε να γίνει και κάποια αύξηση στο ποσόν, ο Μωάμεθ θύμωσε και αντί άλλης απαντήσεως έδιωξε τους Έλληνες κατοίκους από τις πόλεις της κοιλάδας του Στρυμόνα. Η απαίτηση του αυτοκράτορα έδωσε στον Μωάμεθ την αφορμή που ζητούσε για να απαλλαγεί από τον όρκο του. Τον χειμώνα του 1451 ο Μωάμεθ άρχισε να ανεγείρει στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, σε έδαφος το οποίο τυπικά εξακολουθούσε να είναι βυζαντινό, το κάστρο Μπογάζ Κεσέν ("ο κόφτης των Στενών" στα τουρκικά), το σημερινό Ρούμελη Χισάρ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο Αναντολού Χισάρ. Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι ο Μωάμεθ ετοιμαζόταν να εξουδετερώσει την Κωνσταντινούπολη, η οποία εξακολουθούσε να στέκεται σφήνα ανάμεσα στις ασιατικές και στις ευρωπαϊκές κτήσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι προθέσεις του Μωάμεθ ήταν πλέον ξεκάθαρες. Άρχισε να ναυπηγεί έναν τρομερό στόλο, ο οποίος δεν υπήρχε ως τότε στις δυνάμεις του. Τον Μάρτιο του 1453 συγκεντρώθηκαν στην Καλλίπολη γύρω στα 150 πλήρως εξοπλισμένα πολεμικά πλοία, εκτός από τα καΐκια που χρησίμευαν για τη μεταφορά μηνυμάτων. Παράλληλα στη Θράκη ο Μωάμεθ συγκέντρωνε τον στρατό του. Με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς, ο στρατός του Μωάμεθ θα πρέπει να έφθανε τις 100.000 άνδρες: 80.000 τακτικού, με τα επίλεκτα συντάγματα των γενιτσάρων του, 20.000 άτακτους και αρκετές χιλιάδες βοηθητικούς και μη μάχιμους για τις διάφορες δουλειές. Η μεγαλύτερη ωστόσο απειλή για τα τείχη της Κωνσταντινούπολης ήταν τα κανόνια του τουρκικού πυροβολικού. Ο Μωάμεθ είχε προσλάβει τον Ουρβανό, ούγγρο μηχανικό ο οποίος είχε επιδιώξει προηγουμένως να προσφέρει τις γνώσεις του στον Κωνσταντίνο αλλά αυτός ούτε τα χρήματα που του είχε ζητήσει ο Ουρβανός διέθετε ούτε τα υλικά που χρειάζονταν για να κατασκευαστούν κανόνια. Έτσι ο Ουρβανός πήγε στον Μωάμεθ και του είπε ότι ήταν σε θέση να του φτιάξει ένα κανόνι που θα μπορούσε να γκρεμίσει ακόμη και τα τείχη της Βαβυλώνας. Ο Μωάμεθ τον πήρε αμέσως στην υπηρεσία του, του έδωσε τέσσερις φορές περισσότερα χρήματα από όσα ζήτησε και τον έστρωσε στη δουλειά. Ο Ουρβανός κατασκεύασε πολλά κανόνια αλλά το αριστούργημα του ήταν 20 εκατοστά, το μήκος της κάννης του οκτώ μέτρα και μπορούσε να εκτοξεύσει βλήμα βάρους περίπου 300 κιλών σε απόσταση 1.500 μέτρων. Από την άλλη πλευρά η ενετική παροικία της Κωνσταντινούπολης διέθεσε στον αυτοκράτορα όλους τους μάχιμους άνδρες της και όλα της τα πλοία που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στον Κεράτιο Κόλπο,τα οποία μετατράπηκαν σε πολεμικά. Επίσης διάφοροι θαρραλέοι Γενουάτες τέθηκαν υπό τις διαταγές του Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, διάσημου υπερασπιστή οχυρωμένων πόλεων, ο οποίος κατέφθασε τον Ιανουάριο του 1453 στην Πόλη φέρνοντας μαζί του 700 καλά εξοπλισμένους στρατιώτες. Επιπλέον υπήρχαν και μερικοί Ισπανοί και Κρητικοί. Ακόμη και ο πρίγκιπας Ορχάν αποφάσισε να πολεμήσει εναντίον των ομοφύλων του προσφέροντας στον αυτοκράτορα τη δύναμη της προσωπικής του φρουράς και μερικούς μισθοφόρους.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας, φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα: Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα άγια, παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε, γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει... Συνολικά η δύναμη των υπερασπιστών της Πόλης δεν ξεπερνούσε τους 7.000 άνδρες, εκ των οποίων οι 5.000 ήταν Βυζαντινοί και οι άλλες 2.000 διάφοροι αλλοεθνείς εθελοντές. Αλλά η πραγματική άμυνα βασιζόταν στα πανίσχυρα τείχη της πόλης,τα οποία είχαν στο μεταξύ επισκευαστεί, η τάφρος γύρω από το χερσαίο μέρος είχε καθαριστεί και ο Κεράτιος Κόλπος είχε κλείσει με την αλυσίδα του. Τον Μάρτιο του 1453 ο στρατός του Μωάμεθ άρχισε τμηματικά να συγκεντρώνεται έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, πάνω σε ειδικά φτιαγμένο τροχοφόρο που το έσερναν 60 βόδια, έφθασε και αυτό. Ο Μωάμεθ εμφανίστηκε στις 5 Απριλίου επικεφαλής των 12.000 επίλεκτων γενιτσάρων του και έστησε τη χρυσοκόκκινη σκηνή του στην Κοιλάδα του Λύκου, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Στο μεταξύ ο τουρκικός στόλος, αφού κατέλαβε τα Πριγκιποννήσια, περιπολούσε τις ακτές της Προποντίδας ώστε να μην μπορεί να πλησιάσει κανένα σκάφος για ανεφοδιασμό της Πόλης. Στις 6 Απριλίου ο Μωάμεθ, τηρώντας το ισλαμικό τυπικό, έστειλε στην Πόλη μήνυμα λέγοντας ότι αν του παραδινόταν δεν θα πείραζε τους πολίτες της ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο. Η απάντηση ήταν αρνητική και η επίθεση των Τούρκων άρχισε αμέσως. Τα κανόνια του Ουρβανού προξένησαν σοβαρές ζημιές στα τείχη κοντά στη Χαρίσια πύλη, αλλά τη νύχτα οι πολιορκημένοι μπόρεσαν να τα επισκευάσουν ικανοποιητικά. Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση κάθε μέρα γκρεμίζοντας μεγάλα τμήματα του εξωτερικού τείχους, που οι πολιορκούμενοι τη νύχτα τα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν. Έξαλλος ο Μωάμεθ διέταξε τον Ουρβανό να φτιάξει αποτελεσματικότερα κανόνια. Οι χιλιάδες εργάτες που είχε στη διάθεση του ο σουλτάνος κατασκεύασαν κιλλίβαντες οι οποίοι ποντίστηκαν στη θάλασσα από την πλευρά του Γαλατά, δέθηκαν πάνω τους τα πλοία και μετά τα τράβηξαν με τροχαλίες. Με τον τρόπο αυτόν γύρω στα 70 πλοία μεταφέρθηκαν μέσα στον Κεράτιο Κόλπο. Στίς 22 Απριλίου οι Βυζαντινοί βρέθηκαν προ τετελεσμένου γεγονότος.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά,να 'ρτουνε τρία καράβια,το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο, το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζα μας,μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν...Η απόπειρα του ηρωικού Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρπολήσει τα τουρκικά πλοία απέτυχε. Η εκδίωξη του τουρκικού στόλου από τον Κεράτιο ήταν πλέον αδύνατη. Ωστόσο ο Μωάμεθ εξακολουθούσε να έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο πεζικό του παρά στον στόλο του. Οι βομβαρδισμοί των τειχών εντάθηκαν ακόμη περισσότερο. Αλλά η Πόλη άντεχε και ο Σουλτάνος προβληματιζόταν. Ο χαλίφης Χαλίλ Τσανταρλί, τον οποίο ο Μωάμεθ είχε κρατήσει στη θέση του Μεγάλου Βεζίρη παρ' όλο που δεν τον συμπαθούσε, πρότεινε να λύσουν την πολιορκία. Αλλά ο Μωάμεθ προτίμησε την πρόταση Σέρβων μηχανικών που υπηρετούσαν στο στράτευμα του, να δοκιμάσουν να μπουν στην Πόλη σκάβοντας υπόγειες σήραγγες. Τότε άρχισε μια άλλου είδους μάχη: οι Τούρκοι έσκαβαν λαγούμια απ' έξω προς τα μέσα και οι υπερασπιστές της Πόλης τα εντόπιζαν και απέκρουαν τους επίδοξους εισβολείς.
Εάλω η ΠόλιςΟ Μωάμεθ αποφάσισε να εξαπολύσει την τελική επίθεση στις 29 Μαΐου. Έξι ημέρες πριν, στις 23 Μάιου, ο σουλτάνος είχε ζητήσει και πάλι από τον αυτοκράτορα να του παραδώσει την Πόλη και ο Κωνσταντίνος απάντησε με τα λόγια που έχει καταγράψει ο Φραντζής: "Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ' εμόν εστίν ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών". Το βράδυ της 28ης Μαΐου στην Αγία Σοφία οι ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφια τους και λειτούργησαν μπροστά σε ένα ποίμνιο μεγάλο για τελευταία φορά. Η επίθεση άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Τούρκοι βασίστηκαν στον όγκο των δυνάμεων τους. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της πόλης ωστόσο συνέχιζαν να τους αποκρούουν, τόσο που μια κάποια ελπίδα έλαμψε για λίγο. Αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και ζήτησε από τους άνδρες του να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. Η γραμμή της άμυνας έσπασε. Ο Κωνσταντίνος τον παρακάλεσε να μη φύγει, μα φαίνεται ότι αυτός την τελευταία στιγμή δείλιασε. Τότε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας ξήλωσε από τη στολή του τα διακριτικά που μπορούσαν να προδώσουν το αξίωμα του και ώρμησε προς τα τείχη. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς. Με το ξημέρωμα ο Μωάμεθ έριξε στη μάχη τους γενίτσαρους του. Τα κανόνια είχαν προξενήσει ένα μεγάλο άνοιγμα στα εξωτερικά τείχη και μέσα από την πόλη δεν είχαν κλείσει καλά μια μικρή και από χρόνια αχρησιμοποίητη πύλη, την Κερκόπορτα. Τα στίφη των Τούρκων εισόρμησαν και ξεχύθηκαν στα σπλάχνα της Βασιλεύουσας, η οποία παραδόθηκε σε αδυσώπητη λεηλασία, σφαγή και υποδούλωση. Εάλω η Πόλις!
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες. Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι.