Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, με πληθυσμό 7.624.000 κατοίκους (1993). Υπήρξε πρωτεύουσά της μέχρι το 1923 και είναι το σημαντικότερο οικονομικό και πολιτισμικό κέντρο της. Διαιρείται σε τέσσερα διαμερίσματα (η κυρίως πόλη, η περιοχή ανατολικά του Κεράτιου κόλπου, τα προάστια, τα Πριγκηπονήσια).Γεωγραφική θέση. Η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται στο ακραίο ανατολικό σημείο της τουρκικής Θράκης και στο ακραίο βορειοδυτικό σημείο της ασιατικής Τουρκίας, εκεί που ενώνεται ο Εύξεινος Πόντος με τη θάλασσα της Προποντίδας (Μαρμαρά). Η πόλη καταλαμβάνει την τριγωνική χερσόνησο που σχηματίζεται μεταξύ του Κεράτιου κόλπου, του Βοσπόρου και της θάλασσας του Μαρμαρά και εκτείνεται μέχρι τις απέναντι ανατολικές ακτές του Γαλατά. Το γεωγραφικό της στίγμα είναι βόρειο πλάτος 41ο 0΄16΄΄ και ανατολικό μήκος 28ο 58΄14΄΄. Στην περιοχή που εκτείνεται η πόλη, υψώνονται εφτά λόφοι (γι' αυτό ονομάστηκε Επτάλοφος) που διαχωρίζουν φυσικά τις διάφορες περιοχές της. Το ψηλότερο μέρος της πόλης (στην περιοχή της πύλης της Αδριανούπολης) βρίσκεται σε ύψος 77 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. Ο Κεράτιος κόλπος οριοθετεί τη φυσική διαίρεση της πόλης. Είναι μια στενόμακρη υδάτινη λωρίδα που ξεκινά από βόρεια και εκτείνεται σε μήκος 7,5 χλμ., μέχρι το ακρωτήρι του Σεράι Μπουρνού. Από τα αρχαιότατα χρόνια έχει διαμορφωθεί σε λιμάνι της πόλης. Ο Βόσπορος έχει μήκος 31,5 χλμ. και το βάθος του φτάνει περίπου τα 60 μ. Η απόσταση που χωρίζει τις δυο πλευρές του, κυμαίνεται από 550 μ. (στο Ανατόλ Χισάρ) μέχρι τα 4,6 χλμ. (στο Μπουγιούκ Ντερέ - είσοδος στον Εύξεινο Πόντο). Η θάλασσα του Μαρμαρά (στα νότια) αποτελεί το φυσικό πέρασμα ανάμεσα σε δυο ηπείρους και το σημείο επαφής δυο θαλασσών, του Εύξεινου Πόντου και της Μεσογείου.Ονομασία. Η Κωνσταντινούπολη πήρε το όνομά της από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο (273 - 335) και η ονομασία αυτή κατακυρώθηκε για αιώνες σ' ολόκληρο τον κόσμο. Συντομογραφικά ονομάστηκε και Πόλη, γεγονός που οφείλεται στο ότι για αιώνες η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε τη μοναδική ίσως διοικητικά συγκροτημένη πολεοδομική ενότητα. Στην περίοδο της τουρκοκρατίας, η πόλη άλλαξε αρκετές ονομασίες που αποτελούσαν παραφθορά της λέξης Κωνσταντινούπολη (π.χ. Κωνσταντινιέ). Αργότερα πήρε την ονομασία "Πόλη της Ευτυχίας" (Ντερ Σαδέτ) και τους τελευταίους αιώνες Ισταμπούλ. Οι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι η λέξη Ισταμπούλ αποτελεί παραφθορά της φράσης "εις την Πόλιν". Η επίσημη σημερινή ονομασία της πόλης είναι Ισταμπούλ και καθιερώθηκε το 1926, με απόφαση του τότε προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ. Η σύγχρονη πόλη. Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί ένα τεράστιο πολεοδομικό συγκρότημα, που διαρκώς επεκτείνεται καταλαμβάνοντας τις γύρω περιοχές. α) Η κυρίως πόλη. Εκτείνεται από τη μεριά της δυτικής ακτής του Κεράτιου κόλπου και καταλαμβάνει την τριγωνική χερσόνησο που αποτελούσε την παλιά βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Η κυρίως πόλη είναι το πιο πυκνοκατοικημένο διαμέρισμα της Ισταμπούλ με ανατολίτικη συγκρότηση, πολεοδομία κι αρχιτεκτονική. Είναι ακόμα η περιοχή όπου υψώνονται οι περίφημοι εφτά λόφοι που έδωσαν στην Κωνσταντινούπολη (όπως και στη Ρώμη) την ονομασία "Επτάλοφος".β) Η περιοχή ανατολικά του Κεράτιου κόλπου. Είναι το λεγόμενο "ευρωπαϊκό" τμήμα της πόλης. Η ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι η περιοχή αυτή αποτελούσε, από τα χρόνια του Βυζάντιου, τόπο κατοικίας και δραστηριότητας των ξένων εμπόρων, των διπλωματών και των πλουσιότερων κατοίκων. Με την πάροδο του χρόνου εγκαταστάθηκε εκεί το ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης και δημιουργήθηκαν αρκετές ελληνικές συνοικίες που άκμασαν μέχρι τα μέσα του 20ου αι. Ονομαστότερες απ' αυτές είναι το Πέραν (Μπεΐογλου) κι ο Γαλατάς. Το ευρωπαϊκό τμήμα της πόλης έχει σύγχρονη πολεοδομική συγκρότηση, μεγάλους δρόμους και μοντέρνα κτίρια.γ) Τα προάστια. Είναι τα οικοδομικά συγκροτήματα που βρίσκονται στις δυο ακτές του Βοσπόρου και στις ακτές της θάλασσας του Μαρμαρά. Από την ασιατική πλευρά του Βοσπόρου σημαντικότερα προάστια είναι το Σκουτάρι, η Χαλκηδόνα και το Κουσγιουντζούκ, ενώ από την ευρωπαϊκή πλευρά το Μπεσίκτας, το Κουρουτσεσμές, το Ταράπιες Μπουγιούκντερε και το Αρναούτκιοϊ. Στην ευρωπαϊκή πλευρά του Μαρμαρά αξιόλογα προάστια είναι το Μπακίρκιοϊ (Μακροχώρι) και το Γεσίλκιοϊ (Άγιος Στέφανος), ενώ στην ασιατική το Γκιόλτεπε, το Φενέρμπαχτσε και το Μποσταντζί.δ) Τα Πριγκιπονήσια. Ομάδα εννιά μικρών νησιών που βρίσκονται στη θάλασσα του Μαρμαρά, σ' απόσταση 18-25 χλμ. νοτιοανατολικά της Πόλης. Αποτελούν το θέρετρο των εύπορων τάξεων της πόλης. Σπουδαιότερα είναι το Μπουγιούκ Αντά (Πριγκιπόνησος), το Μπουργάζ (Αντιγόνη), το Χειμπελί (Χάλκη) και το Κιναλί.Η δυτική και η ανατολική πλευρά της πόλης (που χωρίζονται από τον Κεράτιο κόλπο) συνδέονται με δυο μεγάλες γέφυρες: την Καράκιοϊ (Γέφυρα του Γαλατά) και την Αζακαπού (Ατατούρκ). Το κύριο μέρος του λιμανιού βρίσκεται στο χώρο ανάμεσα στην είσοδο του Κεράτιου κόλπου και της δεύτερης γέφυρας, ενώ στο βάθος του κόλπου υπάρχουν ναυπηγεία και βιομηχανικά συγκροτήματα.Κλίμα. Είναι εύκρατο. Η πόλη δε γνωρίζει υψηλές θερμοκρασίες ούτε το χειμώνα ούτε το καλοκαίρι. Το χειμώνα φυσούν στην περιοχή ισχυροί βόρειοι άνεμοι. Η καλύτερη περίοδος, από άποψη κλιματολογικών συνθηκών, είναι το διάστημα μεταξύ Μαΐου - Σεπτεμβρίου.Οικονομική ζωή. Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί ένα τεράστιας σημασίας οικονομικό κέντρο για ολόκληρη την Τουρκία. Αυτό οφείλεται κυρίως στην τοποθεσία της πόλης (το σημείο σύνδεσης του Εύξεινου Πόντου με τη Μεσόγειο μέσω της Προποντίδας) και στο ακμαίο της λιμάνι. Υπάρχουν σύγχρονες λιμενικές εγκαταστάσεις και αποθήκες, που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του διαμετακομιστικού εμπορίου, κι ακόμα πλήθος μικρομεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων μεταφορών και συντήρησης των εμπορευμάτων. Η βιομηχανική ανάπτυξη της πόλης, μετά την ύφεση που ακολούθησε τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Άγκυρα (1923), βρίσκεται σήμερα σε ανοδικό επίπεδο. Υπάρχουν πολλές μονάδες μέσης παραγωγής που επεξεργάζονται γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα και πρώτες ύλες (ελαιουργεία, υφαντουργεία, εργοστάσια καουτσούκ, εργοστάσια γάλακτος κ.λπ.), καθώς και μεγάλος αριθμός από μικρές βιοτεχνίες. Άνθιση επίσης γνωρίζει η αλιεία.Πνευματική ζωή. Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί κέντρο πνευματικής κίνησης και ανάπτυξης της επιστήμης και της τέχνης. Λειτουργεί Πανεπιστήμιο με πολλές σχολές και χιλιάδες φοιτητές. Υπάρχουν ακόμα Πολυτεχνείο (στην περιοχή του Γαλατά), Σχολή Καλών Τεχνών, καθώς και πλήθος άλλων ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Είναι περίφημες οι βιβλιοθήκες της πόλης, που περιέχουν χιλιάδες στοιχεία για την ιστορία, την τέχνη και την ανάπτυξη των επιστημών στη χώρα. Τέτοιες είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη του Βαγιαζίτ, η βιβλιοθήκη Εγιούπ, η βιβλιοθήκη του Πανεπιστήμιου της Ισταμπούλ, η βιβλιοθήκη Νουρί- Οσμανιέ, με πλούσιο πολιτιστικό και θρησκευτικό υλικό, η βιβλιοθήκη του Χατζή Σελίμ, η βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου.Ο ελληνισμός της Κωνστανινούπολης. Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε το 330 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο και αποτέλεσε την έδρα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το 1453 καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς και στα χρόνια που ακολούθησαν το ελληνικό στοιχείο κατέλαβε και πάλι επίκαιρες θέσεις, και η Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε το οικονομικό, πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο του υπόδουλου ελληνισμού. Ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης μειώθηκε σημαντικά μετά τα γεγονότα του 1955, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Έλληνες της πόλης δέχτηκαν επιθέσεις και προκλήθηκαν πολλές υλικές ζημιές σε εκκλησίες, σχολεία, καταστήματα. Το 1994 το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και το Ίδρυμα Μεσογειακών Σπουδών -υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και με την υποστήριξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος- υπέβαλαν αίτηση για χρηματοδότηση από το Β΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, προκειμένου να υλοποιηθεί η πρότασή τους για τη συγκέντρωση και διάσωση των στοιχείων που συνδέονται με την ιστορία των 36 ενοριών της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και με την ιστορία του συνόλου του ελληνισμού της περιοχής. Στα στοιχεία αυτά συγκαταλέγονται όλα τα ιδρύματα, μνημεία, οικήματα, ναοί, σύλλογοι και σωματεία, κατάλογοι, σφραγίδες, έγγραφα, προσωπικές μαρτυρίες Ελλήνων που ζουν στην Κωνσταντινούπολη, η προφορική παράδοση και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο σχετικό με την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική δραστηριότητα των Ελλήνων της περιοχής. Ειδική έρευνα προβλέπεται για τη μελέτη της βυζαντινής μουσικολογίας. Επίσης, σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠ.ΕΞ. σχετικά με τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης, λειτουργούν 12 δημοτικά σχολεία, 4 γυμνάσια-λύκεια και 1 νηπιαγωγείο.Ιστορία. Η Κωνσταντινούπολη ήταν για αιώνες το ιστορικό κέντρο της ανθρωπότητας. Από την εποχή της ίδρυσής της μέχρι το 1923 (δηλαδή για 1.593 χρόνια), αποτελούσε πρωτεύουσα των κατά καιρούς κυρίων της. Στη διάρκεια των χρόνων αυτών, η Κωνσταντινούπολη γνώρισε εποχές μεγάλης οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ακμής, αλλά και εποχές παρακμής, μεγάλων φυσικών και πολεμικών καταστροφών και εμφύλιων πολέμων. Η Κωνσταντινούπολη οριοθετεί μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, τη βυζαντινή, κι αποτελεί κέντρο ιδιαίτερων μελετών ειδικού κλάδου της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας.α) Προϊστορία - Ίδρυση της πόλης. Η περιοχή που βρίσκεται σήμερα η Κωνσταντινούπολη έχει εποικιστεί από τους προϊστορικούς χρόνους, αλλά πήρε χαρακτήρα συγκροτημένης πόλης γύρω στο 680 - 670 π.Χ. Ως πρώτοι κάτοικοι αναφέρονται οι Μιλήσιοι. Τον επόμενο αιώνα, η περιοχή του Κεράτιου κόλπου κατοικήθηκε από τους Μεγαρείς, που ονόμασαν την πόλη Βυζάντιο (από το όνομα του μυθικού ήρωα Βύζαντα). Στην περίοδο αυτή, η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο, λόγω της τοποθεσίας της, και στόχος διαρκών επιθέσεων (την κατέλαβαν για ένα διάστημα οι Πέρσες).Την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, το Βυζάντιο πέρασε μια σειρά από κατακτήσεις και καταστροφές και το 335 π.Χ. έγινε ανεξάρτητο. Τα χρόνια του πολέμου Μακεδόνων - Αθηναίων, συμμάχησε με τους τελευταίους, αλλά κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτοτέλειά του και μετά την ήττα των συμμάχων του. Στη ρωμαϊκή εποχή, τέλος, το Βυζάντιο σύναψε φιλικές σχέσεις με τους αυτοκράτορες, αλλά το 194 μ.Χ. το κατέλαβαν τα ρωμαϊκά στρατεύματα του Σεπτίμιου Σεβήρου και το κατέστρεψαν, για να ανοικοδομηθεί και πάλι τους επόμενους χρόνους. β) Ίδρυση της πόλης. Η Κωνσταντινούπολη χτίστηκε από το 324 μέχρι το 336 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο. Τα εγκαίνιά της έγιναν στις 11 Μαΐου του 330. Ο χώρος που καταλάμβανε η νέα πόλη ήταν τετραπλάσιος σε έκταση από την πόλη του παλιού Βυζάντιου και διαρρυθμισμένος (οριοθέτηση - γενική πολεοδομία) από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Η Κωνσταντινούπολη (που τον πρώτο καιρό ονομάστηκε Νέα Ρώμη) ήταν διακοσμημένη με αριστουργήματα που, με εντολή του αυτοκράτορα, είχαν μεταφερθεί εκεί από ολόκληρη την αυτοκρατορία.Τα αίτια της μεταφοράς της πρωτεύουσας πολλά. Ο Κωνσταντίνος, ικανός στρατιωτικός και πολιτικός, είχε διακρίνει ότι η άμυνα της αυτοκρατορίας κατά των ισχυρών ανατολικών εχθρών (Περσών, Γότθων κ.λπ.), θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα με μια πόλη φυσικά οχυρωμένη, όπως το Βυζάντιο. Είχε ακόμα διακρίνει ότι το Βυζάντιο μπορούσε να μετατραπεί σε ουσιαστικό οικονομικό και πολιτικό κέντρο λόγω της τοποθεσίας του. Έβλεπε, τέλος, ότι η παρακμασμένη Ρώμη δε θα μπορούσε πια ν' αποτελέσει το κέντρο μιας γενικότερης αναγέννησης της αυτοκρατορίας. Οι υπολογισμοί του Κωνσταντίνου δικαιώθηκαν. Η παλιά Ρώμη και γενικότερα το δυτικό ρωμαϊκό κράτος σύντομα εκφυλίστηκε, ενώ η Κωνσταντινούπολη μετατράπηκε σε στρατιωτικό οχυρό της αυτοκρατορίας και σε κέντρο έντονης οικονομικής και πνευματικής ζωής.γ) Βυζαντινοί χρόνοι (330 - 1453).1) Ρωμαϊκή περίοδος (324 - 457). Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τα έργα του αυτοκράτορα Ιουλιανού (361 - 363), που εκτός από τις νίκες κατά των εξωτερικών εχθρών, κόσμησε την πόλη με κλασικά ελληνικά έργα και προστάτεψε τις τέχνες και τα γράμματα. Επίσης, χαρακτηρίζεται από τα έργα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου (379 - 395), που προσέδωσε στην πόλη θρησκευτικό χριστιανικό χαρακτήρα (καταστρέφοντας και αρκετά αρχαία αριστουργήματα). Στα χρόνια του η αυτοκρατορία αντιμετώπισε νικηφόρα πολλούς εχθρούς. 2) Δυναστεία του Λέοντα (457 - 518). Η εποχή σημαδεύεται από μεγάλες εξωτερικές περιπέτειες (ήττα από τους Βανδάλους) και από τη διάλυση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας (476). Στην περίοδο του αυτοκράτορα Βασιλίσκου (475 - 477), χτίστηκε ο περίφημος πύργος του Γαλατά, ενώ στην περίοδο του Αναστασίου του Α΄(491 - 518) κατασκευάστηκε νέο ανατολικό τείχος.3) Δυναστεία του Ιουστινιανού (518-610). Θεωρείται από τις λαμπρότερες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στα χρόνια του Ιουστινιανού (527 - 565), η αυτοκρατορία γνώρισε μεγάλες νίκες και η πόλη πνευματική άνθιση και οικοδομικό οργασμό. Η νομική επιστήμη (βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο) απέκτησε την τελική της συγκρότηση με το Cοrρus Juris Ciνilis, που αποτέλεσε μέχρι το 1938 το ισχύον Αστικό Δίκαιο. Το 532 άρχισε η οικοδόμηση της Αγίας Σοφίας που τελείωσε το 537. Ο ναός αυτός έγινε το σύμβολο της χριστιανικής Κωνσταντινούπολης. Κατασκευάστηκαν επίσης και άλλα έργα (ναοί, υδραγωγεία, σχολεία κ.λπ.). Στα χρόνια της δυναστείας του Ιουστινιανού, η αυτοκρατορία κατανίκησε πολλούς εχθρούς (Βανδάλους, Οστρογότθους, Βησιγότθους, Πέρσες κ.λπ.).4) Δυναστεία του Ηράκλειου (610 - 717). Στα χρόνια του Ηράκλειου (610 - 641), η Κωνσταντινούπολη αντιμετώπισε πολλούς εξωτερικούς εχθρούς (616 Πέρσες, 626 Πέρσες και Αβάρους) από τους οποίους κινδύνεψε σοβαρά. Ο Ηράκλειος θεωρείται από τους ιστορικούς ως θεμελιωτής του εξελληνισμού της αυτοκρατορίας και ως διοικητικός διοργανωτής της (κατάργησε το διοικητικό σύστημα του Μ. Κωνσταντίνου). Στα χρόνια των διαδόχων του, η Κωνσταντινούπολη απέκτησε την καθαρά βυζαντινή μορφή της, η ελληνική γλώσσα έγινε επίσημη και η χριστιανική θρησκεία κυριάρχησε παντού. Την ίδια εποχή εγκαταστάθηκαν οι Βούλγαροι στη χερσόνησο του Αίμου και εμφανίστηκε ο μωαμεθανικός κίνδυνος στο πρόσωπο των Αράβων.5) Δυναστεία των Ισαύρων (717 - 867). Την εποχή αυτή η πόλη συγκλονίστηκε από εμφύλιες διαμάχες θρησκευτικού και πολιτικού χαρακτήρα (εικονομαχία), που τελείωσαν με ήττα των μεταρρυθμιστών. Ακόμα, η αυτοκρατορία αντιμετώπισε νικηφόρα τους Άραβες και τους Ρώσους και προχώρησε σε διοικητικές μεταρρυθμίσεις.6) Δυναστεία των Μακεδόνων (867-1081). Θεωρείται η "χρυσή εποχή" της βυζαντινής περιόδου, αν και υποστηρίζεται η άποψη ότι στα χρόνια αυτά η αυθαιρεσία και ο δεσποτισμός καταπίεσαν υπερβολικά την πνευματική ανάπτυξη της πόλης. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται επίσης από υπέρμετρη στρατικοποίηση της δημόσιας ζωής και διαρκείς πολέμους εναντίον των εχθρών της αυτοκρατορίας (εκστρατείες Νικηφόρου Φωκά, Τσιμισκή κ.λπ.). Πνευματική άνθιση γνώρισε η πόλη στα χρόνια του Λέοντα του Σοφού (886-916), οπότε συντελέστηκε τεράστιο νομοθετικό και πολιτιστικό έργο. Η περίοδος, επίσης χαρακτηρίζεται και από το Βασίλειο Β΄ το Βουλγαροκτόνο (976 - 1025), που με τις στρατιωτικές του νίκες κατά των Βουλγάρων, Αράβων, Σαρακηνών κ.λπ., βοήθησε στην εξάπλωση του χριστιανισμού.7) Δυναστεία των Κομνηνών (1081 - 1185). Εποχή εσωτερικής κάμψης και εξωτερικών καταστροφών. Η αυτοκρατορία χάνει σημαντικές περιοχές.8) Δυναστεία των Αγγέλων (1185 - 1204). Η πόλη και η αυτοκρατορία διοικούνταν από μια σειρά ανίκανων αυτοκρατόρων. Η πόλη στα χρόνια τους υπέκυψε στους σταυροφόρους (πρώτη άλωση 1204) και έπαθε φοβερές καταστροφές και λεηλασίες.9) Η φραγκική Κωνσταντινούπολη. Οι Λατίνοι κυριάρχησαν στην Κωνσταντινούπολη για 57 χρόνια. Στα χρόνια αυτά έγιναν σοβαρές πολεοδομικές αναδιαρθρώσεις (χτίστηκαν πολλά νέα οχυρωματικά έργα) και επιχειρήθηκε, χωρίς επιτυχία, προσπάθεια εκλατινισμού των κατοίκων. Οι Λατίνοι αυτοκράτορες έκαναν πολλούς πολέμους εναντίον των Βουλγάρων και φρόντισαν για τη διανομή των κτήσεων της αυτοκρατορίας μεταξύ των Λατίνων βασιλιάδων. Στα χρόνια τους, η Κωνσταντινούπολη γνώρισε μέρες παρακμής και έντονων κοινωνικών αναστατώσεων.10) Οι Παλαιολόγοι (1260 - 1453). Η ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άλωση, χαρακτηρίζονται ως τελευταία περίοδος ακμής της Κωνσταντινούπολης από πνευματική άποψη. Η διοικητική και στρατιωτική κατάσταση ήταν όμως άθλια. Τα νέα οχυρωματικά έργα στον Κεράτιο δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τις ατέλειωτες ορδές των Τούρκων, που μετά από αλλεπάλληλες επιδρομές, βρέθηκαν μπροστά στην πόλη τον Απρίλιο του 1453 με 300.000 στρατό.11) Η άλωση. Η πολιορκία και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους εξιστορείται από πολλές πηγές, ελληνικές, λατινικές, σλαβικές και τουρκικές. Κυριότερες είναι: α) Το Χρονικό του Γεωργίου Φραντζή. Ο Φραντζής πήρε μέρος στην πολιορκία και ήταν στενός φίλος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Είχε διακριθεί σε διπλωματικά αξιώματα. β) Η Βυζαντινή Ιστορία του Μιχαήλ Δούκα. Ο Δούκας ήταν σύγχρονος ιστορικός από τη Μ. Ασία και υποστήριξε την ένωση των Εκκλησιών. γ) Τμήματα από το ιστορικό έργο του Κριτόβουλου, που περιλαμβάνονται στην έκδοση του Μίλερ Fragment histοricum Graecοrum. Ο Κριτόβουλος προσχώρησε στους Τούρκους και αφιέρωσε το έργο του στο Μωάμεθ Β΄. δ) Αποδείξεις Ιστοριών Δέκα του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, σύγχρονου επίσης ιστορικού. Το θέμα του όμως είναι ευρύτερο, και αφορά στην ανάπτυξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. ε) Η έκκληση Προς όλους τους πιστούς του Χριστού (Αt uniνersοs Christifideles de exρugnatiοne Cοnstantinοροlis) του καρδινάλιου Ισίδωρου, ο οποίος γλίτωσε την τουρκική αιχμαλωσία. στ) Η Επιστολή για την αιχμαλωσία της Κωνσταντινούπολης του αρχιεπίσκοπου της Χίου Λεονάρδου προς τον πάπα. ζ) Το Ημερολόγιο της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης (Giοrnale dell' assediο di Cοοnstantinοροli) του Ενετού Ευγενή Νικολό Μπαρμπάρο, που περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια την πολιορκία. η) Σλαβικά και τουρκικά χειρόγραφα. Στην αρχαία ρωσική γλώσσα σώζεται ο Θρύλος της Κωνσταντινούπολης του Νέστορ Ισκαντέρ, που πολέμησε με τους Τούρκους. Οι πληροφορίες που παίρνουμε από τις πηγές είναι σε πολλά σημεία αντιφατικές. Αυτό οφείλεται στην παρεμβολή θρύλων και παραδόσεων, καθώς και στις προσωπικές εκτιμήσεις των συγγραφέων. Ο μεγάλος αριθμός των πηγών δείχνει τον τεράστιο αντίκτυπο της άλωσης της Κωνσταντινούπολης στην Ανατολή και στη Δύση.Ο Μωάμεθ Β΄, αμέσως μόλις ανέβηκε στο θρόνο, στα είκοσι του χρόνια, άρχισε την προετοιμασία για την κατάληψη της Πόλης. Όπως γράφει ο Δούκας, "νύχτα και μέρα, πηγαίνοντας να κοιμηθεί ή ξυπνώντας, μέσα στο παλάτι κι έξω απ αυτό, σκεφτόταν τη στρατιωτική δράση και τα μέσα με τα οποία θα κατακτούσε την Κωνσταντινούπολη". Ο Μωάμεθ έχτισε στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου ένα ισχυρά φρούριο με πύργους και κανόνια, που σώζεται ακόμα (Ρούμελι Χισάρ). Έτσι, έκοψε κάθε επικοινωνία της πρωτεύουσας με τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, απ' όπου εφοδιαζόταν με σιτηρά, και έλεγχε τη διακίνηση των πλοίων στο Βόσπορο. Ο Μπαρμπάρο στο Ημερολόγιό του γράφει: "το οχύρωμα αυτό είναι εξαιρετικά ισχυρό από τη θάλασσα και γι αυτό είναι τελείως αδύνατη η κατάληψή του". Απέναντι, στις ασιατικές ακτές, βρίσκονταν οι οχυρώσεις που έχτισε ο Βαγιαζίτ στο τέλος του 14ου αι. (Ανατολί Χισάρ). Οι προετοιμασίες του Μωάμεθ σκόρπισαν την απελπισία στον πληθυσμό της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης, που πίστεψαν ότι "τώρα έφτασε το τέλος της Πόλης" (Δούκα, Ιστορία). Οι υπερασπιστές της Πόλης έφταναν τις 6.000. Ο αυτοκράτορας μάταια είχε ζητήσει τη βοήθεια της Δύσης. Μόνο μερικοί Ενετοί και Γενουάτες βοήθησαν στην υπεράσπιση της πρωτεύουσας, με σημαντικότερη μορφή το Γενουάτη στρατιωτικό Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι, που ήρθε με δυο μεγάλα πλοία και 700 πολεμιστές. Οι προσπάθειες για την ένωση των Εκκλησιών είχαν δημιουργήσει όξυνση της διαμάχης ενωτικών και ανθενωτικών. Ανθενωτικοί καλόγεροι, με επικεφαλής το Γεννάδιο, διέδιδαν πως η Πόλη θα πέσει στα χέρια των Τούρκων εξαιτίας των ενωτικών, που έκαναν "μιασμένη" λειτουργία στην Αγία Σοφία με αντιπρόσωπο του πάπα. Ο λαός έλεγε "την Λατίνων ούτε βοήθειαν, ούτε την Ένωσιν χρείζομεν. Απέπτω αφ' ημών ή των αζύμιτων λατρεία" (Δούκα, Ιστορία). Στους ενωτικούς, που έλεγαν "κείθε εδόθη η πόλις εν χερσί των Λατίνων των ονομαζόντων τον Χριστόν και την Θεοτόκον, και μη απορριφθώμεν εν ταις των ασεβών παλάμαις", οι ανθενωτικοί απαντούσαν "κρειττότερον βασιλεύσαι εν μέση Πόλει φακιόλιον Τούρκων παρά καλύπτραν λατινικήν".Στην αρχή Απριλίου του 1453 άρχισε η πολιορκία. Οι Τούρκοι δε διέθεταν μονάχα πολυάριθμο στρατό, αλλά και οργανωμένο πυροβολικά, με τεράστια κανόνια που εκτόξευαν σε μεγάλη απόσταση πέτρινα βλήματα. Ο Κριτόβουλος γράφει ότι "οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που έφτιαξαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχτηκαν άχρηστοι, μια και τα κανόνια τους έδωσαν τη λύση του προβλήματος". Στις 20 Απριλίου συνέβη το μόνο ευχάριστο γεγονός για τους Βυζαντινούς, όταν τέσσερα πλοία Γενουατών, που είχαν έρθει για ενίσχυση, νίκησαν τον τουρκικό στόλο. Στις 22 Απριλίου η Κωνσταντινούπολη βρέθηκε μπροστά σε τρομερό θέαμα: την προηγούμενη νύχτα τα τουρκικά πλοία μεταφέρθηκαν από το Βόσπορο στον Κεράτιο κόλπο, από τη στεριά, κι έτσι η πολιορκία έγινε στενότερη. Στις 12 Μαΐου έγινε μεγάλη έφοδος των Τούρκων, που αποκρούστηκε με δυσκολία. Ο συνεχής βομβαρδισμός είχε ανοίξει πολλές ρωγμές στα τείχη. Γράφει ο Δούκας: "Ο βασιλεύς δε ιδών τα τείχη πεσόντα... απεγνώσκει, απήλπισεν και στείλας πρέσβεις εδέετο του τυράννου ίνα όσον βούλεται τέλος (φόρο) κατ' έτος και υπέρ την δύναμιν, και άλλα ζητήματα, μόνο αναχωρήσαι των εκεί δούναι και ειρήνην ασπάσασθαι". Στις προτάσεις του αυτοκράτορα για συνθηκολόγηση ο Μωάμεθ απάντησε: "Ουκ έστι δυνατόν αναχωρήσαι με. Ή την Πόλιν λαμβάνω ή Πόλις λαμβάνει με ή ζώντα ή τεθνεώτα. Ει μεν βούλει του αναχωρήσαι ταύτης μετ' ειρήνης, δίδωσί σοι την Πελοπόννησον, και αυτοίς τοις σοι αδελφοίς δώσω ετέρας επαρχίας και εσόμεθα φίλοι". Ο Κωνσταντίνος δε δέχτηκε να εγκαταλείψει την Πόλη. Η μεγάλη επίθεση των Τούρκων ορίστηκε για τις 29 Μαΐου. Ο Κριτόβουλος αναφέρει την ομιλία του σουλτάνου προς το στρατό του: "υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχημένο πόλεμο, η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες". Την παραμονή της 29ης Μαΐου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μίλησε στο λαό της πόλης, προτρέποντάς τον σε μια τελευταία γενναία προσπάθεια. Η ομιλία του, που διέσωσε ο Φραντζής, τελείωνε έτσι: "Εάν ειλικρινά υπακούσετε σε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία του, που κρέμεται πάνω μας". Το βράδυ της 28ης Μαΐου έγινε λειτουργία στην Αγία Σοφία. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που περιγράφει ο Πιρς στο έργο του Η καταστροφή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η ιστορία της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, και η οποία είναι βασισμένη στις πηγές: "Η μεγάλη ακολουθία εκείνης της βραδιάς ήταν η τελευταία χριστιανική ακολουθία που έγινε στην Αγία Σοφία... Ο πατριάρχης και ο καρδινάλιος, το πλήθος των ιερέων που εκπροσωπούσαν τόσο την Ανατολική όσο και τη Δυτική Εκκλησία, ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς - τα τελευταία υπολείμματα της άλλοτε μεγαλόπρεπης αριστοκρατίας του Βυζαντίου - ιερείς και στρατιώτες, όλοι μαζί, βρίσκονταν εκεί ανακατεμένοι... Ο αυτοκράτορας και η ακολουθία του μετάλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων και αποχαιρέτησαν τον πατριάρχη. Η ιερή ακολουθία ήταν στην πραγματικότητα μια επιθανάτια λειτουργία. Η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε την αγωνία και έπρεπε η σχετική με το πνεύμα της, που έσβηνε, ακολουθία να γίνει δημόσια, στην πιο ωραία της εκκλησία και μπροστά στον τελευταίο γενναίο της αυτοκράτορα". Ο Φραντζής γράφει: "Ποιος μπορεί να διηγηθεί τα δάκρυα και τους θρήνους! Κι ένας ξύλινος ή πέτρινος άνθρωπος, ακόμα, θα έκλαιγε".Η επίθεση άρχισε τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου. Οι Τούρκοι έριξαν τις μεγαλύτερες δυνάμεις τους στα τείχη που ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο Τζιουστινιάνι, βαριά τραυματισμένος, εγκατέλειψε τη μάχη και μεταφέρθηκε με ένα πλοίο στη Χίο, όπου πέθανε. Στον τάφο του υπήρχε η επιγραφή: "Αυτός είναι ο τάφος του περίφημου Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι του οποίου ο τραυματισμός έφερε την άμεση άλωση της Κωνσταντινούπολης". Ο Δούκας αναφέρει ότι, πάνω στην αντάρα της μάχης, βρέθηκε ανοιχτή μια πόρτα στο βόρειο μέρος του κάστρου, η Κερκόπορτα. Από κει μπήκαν οι Τούρκοι και χτυπούσαν τους Βυζαντινούς από τα μέσα. Ο Φραντζής μιλάει για τούρκικες σημαίες που κυμάτιζαν στη μεριά της πόρτας της Αδριανούπολης. Ο αυτοκράτορας σκοτώθηκε στη μάχη. Οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη και άρχισε η λεηλασία. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε καταφύγει στην Αγία Σοφία. Ο Δούκας γράφει πως οι Τούρκοι έσπασαν με τσεκούρια τις πόρτες της εκκλησίας και έσφαξαν όλους όσους βρήκαν μέσα. Και ο Φραντζής μιλάει για σφαγή. Άλλες πηγές μιλάνε για άγρια λεηλασία που κράτησε τρεις μέρες. Σύμφωνα με το Δούκα, πολλά ιερά βιβλία φορτώθηκαν σε αμάξια και μεταφέρθηκαν σε διάφορες χώρες, ενώ τα πολύτιμα καλύμματα των Ευαγγελίων καταστράφηκαν και οι εικόνες κάηκαν. Ο Δούκας, όπως άλλοτε ο Νικήτας Ακομινάτος για την λεηλασία της πόλης από τους Φράγκους το 1204, έγραψε θρήνο: "Ω πόλις, πόλις, πόλεων πασών κεφαλή! ω πόλις, πόλις κέντρον των τεσσάρων του κόσμου μερών! ω πόλις, πόλις, Χριστιανών καύχημα και βαρβάρων αφανισμός! ω πόλις, πόλις, άλλη παράδεισος φυτευθείσα προς δυσμάς, έχουσα ένδον φυτά παντοία βρίθοντα καρπούς πνευματικούς! που σου το κάλλος παράδεισε; πού σου η των χαρίτων του πνεύματος ευεργετική ρώσις ψυχής τε και σώματος;...".Η πτώση της Κωνσταντινούπολης είχε μεγάλο αντίκτυπο στη Δυτική Ευρώπη. Διασώζονται πολλές επιστολές ευγενών και ιερέων που κάνουν έκκληση για σταυροφορία κατά του Ισλάμ, και όπου η άλωση της Πόλης θεωρείται καταστροφή του κέντρου του πολιτισμού. Ο Ένεα Σίλβιο Πικολάμινι, ο μελλοντικός πάπας Πίος ο Β΄, χαρακτήρισε την άλωση ως "δεύτερο θάνατο του Ομήρου και του Πλάτωνα", ενώ ο Φρειδερίκος Γ΄, σε επιστολή του προς τον πάπα Νικόλαο Ε΄, ονομάζει την Κωνσταντινούπολη "πραγματική κατοικία της φιλολογίας και των σπουδών όλης της ανθρωπότητας".δ) Η Τουρκοκρατία. Στα χρόνια αυτά η Κωνσταντινούπολη άλλαξε ραγδαία πληθυσμιακή συγκρότηση. Στην πόλη κατοίκησαν χιλιάδες Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Σλάβοι και Έλληνες από την κεντρική Ελλάδα. Το 1477 η Πόλη είχε 70.000 κατοίκους (40.000 πριν την Άλωση). Τότε δημιουργήθηκε και η συνοικία του Φαναριού από Πελοποννήσιους αποίκους (που πολλοί διατέλεσαν αργότερα έμπιστοι σύμβουλοι και υπουργοί των σουλτάνων). Το 16ο αι. η πόλη είχε φτάσει το μισό εκατομμύριο κατοίκους και το ελληνικά στοιχείο είχε και πάλι καταλάβει επίκαιρες θέσεις. Σ' όλη την περίοδο μέχρι το 19ο αι., η Κωνσταντινούπολη στάθηκε οικονομικό κέντρο και πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, καθώς και θρησκευτικό κέντρο του ελληνισμού.Η εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου, οδήγησε στη νεοτουρκική επανάσταση του 1909. Η επανάσταση αυτή δημιούργησε νέες πληθυσμιακές μεταβολές στη Κωνσταντινούπολη, γιατί ένας μεγάλος αριθμός ξένων (ιδιαίτερα Ελλήνων) την εγκατέλειψαν. Μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο (1921 - 1922) και την ήττα της Ελλάδας, η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε πως η πρωτεύουσα του κράτους θα ήταν καλύτερα να βρίσκεται στην κεντρική Τουρκία και για λόγους ασφάλειας και για λόγους ανάπτυξης της περιοχής αυτής. Έτσι, το 1923 πρωτεύουσα έγινε η Αγκυρα, ενώ το 1926 η Πόλη ονομάστηκε επίσημα Ισταμπούλ.Αξιοθέατα: - ο ναός της Αγίας Σοφίας (532-537 μ.Χ.), το πιο αξιόλογο βυζαντινό οικοδόμημα. Χτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό με αρχιτέκτονες τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο και είναι ρυθμού βασιλικής με τρούλο. Μετά την άλωση του 1453 έγινε τζαμί και από το 1935 λειτουργεί ως μουσείο. Στην αρχιτεκτονική της κατασκευή εντυπωσιάζει ο τρόπος μετάβασης από το τετράγωνο του κτίσματος στον κύκλο του τρούλου, ο οποίος βασίζεται σε τέσσερα στηρίγματα (πεσσούς). Στο εσωτερικό της, όπου χρησιμοποιήθηκαν πολύχρωμα μάρμαρα και χρυσός, ξεχωρίζουν το κιονόκρανα, οι θόλοι, τα τόξα και τα περίφημα ψηφιδωτά (9ος - 13ος αι.), με αρχαιότερο το ψηφιδωτό της ένθρονης Παναγίας με το Χριστό (β΄ μισό του 9ου αι.). Στις εργασίες αποκατάστασης της Αγίας Σοφίας, που έχουν πάρει από το 1993 συστηματική μορφή, συμμετείχε και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.- το ανακτορικό συγκρότημα Τοπκαπί, που άρχισε να χτίζεται λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και αποτέλεσε την επίσημη έδρα του σουλτάνου ως τον 19ο αι. Συγκροτείται από πολλά οικοδομήματα, κήπους και περίπτερα, όπου διασώζονται ιστορικά κειμήλια. Ανάμεσα στα οικοδομήματά του ξεχωρίζουν το πηγάδι του Αχμέτ ΙΙΙ (1728) με τις μαρμάρινες διακοσμήσεις και τους πέντε τρούλους, το θησαυροφυλάκιο, που αποτελείται από τέσσερις αίθουσες και στεγάζει θησαυρούς των οθωμανών σουλτάνων, η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, μια από τις πιο παλιές εκκλησίες της πόλης, την οποία οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν ως οπλοστάσιο. Στο Τοπκαπί λειτουργεί ένα μουσείο, με την ονομασία "Παλάτι Τοπκαπί"·- τα ιστορικά τζαμιά της πόλης, όπως το Σουλτάν Αχμέτ (1609-1616) που ονομάζεται και "Μπλε Τζαμί", το Μπεγιαζίτ (1501-1506), το Σουλεϊμανιέ (1550-1557), που κατασκευάστηκε από τον αρχιτέκτονα Σινάν και είναι ένα από τα πιο ονομαστά ισλαμικά ιερά μνημεία, το καινούριο τζαμί (1597-1663), το τζαμί του πρίγκιπα (1544-1548) που είναι έργο επίσης του Σινάν, καθώς και το Μιχριμάχ (1550), χτισμένο στη θέση της βυζαντινής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου·- το Φανάρι, συνοικία της Κων/πολης στη νότια πλευρά του Κεράτιου κόλπου. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς η συνοικία παραχωρήθηκε στους Έλληνες, και το 1603 εγκαταστάθηκε στην περιοχή αυτή το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Φανάρι στα τέλη του 17ου αι. εξελίχθηκε σε πολιτισμικό και θρησκευτικό κέντρο του ελληνισμού. Εκεί βρίσκονται η Μεγάλη του Γένους Σχολή, το Ιωακείμιο Παρθεναγωγείο και το Μαράσλειο Δημοτικό Σχολείο. Τον Δεκέμβριο του 1989 έγιναν τα εγκαίνια του νέου κτιρίου του Πατριαρχείου, το οποίο ανεγέρθη στη θέση του παλιού, που καταστράφηκε από φωτιά το 1941·- Το Σκεπαστό Παζάρι, έκτασης 200.000 τ.μ., στα πολλά σοκάκια του οποίου στεγάζονται εμπορικά καταστήματα. Αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα αξιοθέατα της πόλης·- τα τείχη της πόλης, που κατασκευάστηκαν την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου (408-450) και στη συνέχεια επεκτάθηκαν από άλλους βυζαντινούς αυτοκράτορες, καθώς και από Φράγκους και Οθωμανούς. Σήμερα σώζονται μεγάλα τμήματα του τείχους, το οποίο ήταν διπλό με αρκετές πύλες (Κερκόπορτα, Χρυσή πύλη, πύλη του Ρωμανού κ.ά.), και το οχυρό επταπύργιο που αργότερα ονομάστηκε από τους Οθωμανούς Γεντικουλέ. Τα τελευταία χρόνια γίνονται έργα για την αναπαλαίωση των τειχών στη μορφή που είχαν τον 5ο αι.·- το Αρχαιολογικό Μουσείο ή Μουσείο αντικών, που στεγάζει σαρκοφάγους, αρχαία γλυπτά, κεραμικά, νομίσματα και έργα πλαστικής από το Μεσαίωνα και τη νεότερη εποχή·- το Μουσείο Ανατολίτικων Αρχαιοτήτων, που περιλαμβάνει ευρήματα από ανασκαφές σε ολόκληρη την Άπω Ανατολή (Sumer, Βαβυλωνία, Αssur, Νunine, Lagash) και σε περιοχές της αυτοκρατορίας των Εθιτών, καθώς και ευρήματα της προϊσλαμικής εποχής·- το Μουσείο Τουρκικής και Ισλαμικής Τέχνης, που περιέχει ταφόπετρες, πλάκες με επιγραφές, κιονόκρανα, σαρκοφάγους, κεραμικά, κοράνια, δοχεία καπνίσματος, συλλογή σελτζουκικών και οθωμανικών χαλιών κ.ά.Κοντινές εκδρομές: η Κωνσταντινούπολη αποτελεί έδρα για εξορμήσεις σε κοντινά μέρη, όπως στο δάσος του Βελιγραδίου, όπου διασώζονται υδραγωγεία και δεξαμενές, στις παραλίες στη θάλασσα του Μαρμαρά (παραλία της Flοrya) και στη Μαύρη Θάλασσα (στο Κilyοs και στο Side), στα Πριγκηπονήσια, εννιά νησάκια (πέντε μικρά ακατοίκητα και τέσσερα μεγαλύτερα) στη θάλασσα του Μαρμαρά, στην πόλη Υalονa όπου υπάρχουν θερμά λουτρά, στη Βursa, μια βιομηχανική πόλη όπου υπάρχει το "Πράσινο Τζαμί", διακοσμημένο με φαγιάντζες, και το "Πράσινο Μαυσωλείο" όπου βρίσκονται και οι σαρκοφάγοι του Μεχμέτ Ι και των συγγενών του. Επίσης, μπορεί κανείς να επισκεφτεί την πόλη Εντίρνε (πρώην Αδριανούπολη), η οποία ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.). Εκεί βρίσκεται ένα από τα πιο αξιόλογα μνημεία της ισλαμικής τέχνης, το Τζαμί Σελίμ, έργο τέχνης του Σινάν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: